φωτογραφίες από την performance της αστυνομίας
γύρω από το δέντρο του δημάρχου



















Κατηφορίσαμε στο ρέμα. Το νερό παγωμένο και πεντακάθαρο έτρεχε γρήγορα προς την απόκρημνη παραλία του Βάτου. Περπατώντας πάνω στα γλειμμένα βράχια περάσαμε απέναντι και μετά από μερικές ώρες κοπιαστικής ανάβασης, ψάχνοντας το μάλλον ανύπαρκτο μονοπάτι και συναντώντας συνεχώς κατσίκια, φτάσαμε στο σπιτάκι - καταφύγιο. Ένα μικρό πέτρινο δωμάτιο οχυρωμένο γύρω από τα βράχια και εφοδιασμένο με δύο κρεβάτια, κουβέρτες και αρκετές προμήθειες. Καθίσαμε έξω στο τραπέζι, φάγαμε παξιμάδια με ελιές και αδειάσαμε ένα μισογεμάτο πλαστικό με κόκκινο κρασί. Άπνοια. Τριγύρω το τοπίο σχεδόν παρθένο, ήχοι μόνο από τα ζώα και τα πουλιά που σιγά σιγά έσβηναν μέσα στη νύχτα που ερχόταν. Ένας πραγματικός κόσμος από δεκάδες μικρούς και μεγάλους οργανισμούς που ζουν εδώ ερήμην του ανθρώπου, ετοιμαζόταν να κοιμηθεί.
Περπατούμε σε ένα πολύ στενό μονοπάτι σκαμμένο στα βράχια. Απορώ πως το περνούν τα γελάδια. Καθώς ο ήλιος φεύγει προς τη δύση και κρύβεται πίσω από σύννεφα βροχής, ο καιρός αλλάζει συνεχώς. Στο βάθος σε μια βραχώδη κορφή ξεχωρίζει η σιλουέτα ενός άντρα. Περνούμε μπροστά από το στενό βάραθρο της Γκαϊλότρυπας και ανηφορίζουμε βορειοανατολικά προς τη λούτσα του Ρομπόζη και την παλιά στάνη. Είναι αργά, είμαστε βρεγμένοι, κουρασμένοι και πεινασμένοι. Η πηγή κάτω από τη Δρακόλιμνη δεν είναι μακριά αλλά δεν γίνεται να συνεχίσουμε. Ο άντρας που είχαμε δει νωρίτερα είναι ένα παιδί 16 χρονών, ο Μίλο από την κεντρική Αλβανία και αντί για μαθητής είναι βοσκός· πριν δύο εβδομάδες ανέβασε τα γελάδια και θα μείνει μαζί τους μέχρι το τέλος του καλοκαιριού.
Φτάσαμε με το τελευταίο φως, μόλις είχαν ανάψει οι λάμπες στους στύλους της ΔΕΗ. Πελεκημένες πέτρες, πλατάνια και τρεχούμενα νερά. Μπροστά μας η πλατεία και δεξιά η εκκλησία της ‘’Γεννήσεως της Θεοτόκου’’. Το κρύο, στεγνό και διάφανο. Αφήσαμε τα σακίδια στον κλειστό περίβολο της εκκλησίας που θα γινόταν το κρεβάτι μας για το βράδυ και πήγαμε απέναντι, στην άλλη πλευρά της πλατείας, στον καφενέ της κυρά-Κωστάντως. Ένα ζευγάρι συνταξιούχοι ήταν οι μοναδικοί πελάτες και δίπλα τους η ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια, δηλαδή τρεις από τους είκοσι περίπου μόνιμους κατοίκους. Ήταν καθισμένοι στις καρέκλες τους με τα χέρια διπλωμένα απέναντι από την ανοικτή τηλεόραση. Στον τοίχο φωτογραφίες από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της περιοχής, αλλά και από την ποδοσφαιρική ομάδα του Βραδέτου(!), της δεκαετίας του ’70.
Νύχτα και βροχή. Ρεύμα έχει μόνο στους θαλάμους του ισογείου που θα κοιμηθούμε με τους υπνόσακους. Σε μια ακριανή αίθουσα ένας τεράστιος σωρός από μεταχειρισμένα ρούχα. Στο υπόλοιπο αχανές κτίριο των τριών μακρόστενων ορόφων, σκοτάδι. Με δυο ισχνούς φακούς και διάθεση για παιχνίδι, αρχίζουμε να ανεβαίνουμε τις μαρμάρινες σκάλες. Σπασμένα τζάμια, πεσμένοι σοβάδες κι ανοικτά παράθυρα που χτυπούν από τον αέρα. Οι φακοί ανοίγουν τρύπες στο πηχτό σκοτάδι: μεταλλικές ταμπέλες γραφείων, “Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής”, “Αίθουσα Τοκετών”, “Παρακαλώ Ησυχία”, αφίσες ιατρικών συνεδρίων και διαφημιστικά ημερολόγια φαρμακοβιομηχανιών, όλα σταματημένα στο καλοκαίρι του 2006. Μερικές σκόρπιες χάρτινες επιγραφές με το logo: ‘’Lamia Belle Arte 2007’’ και ένα ξεχασμένο τρισδιάστατο κολάζ(;) στο Χειρουργείο. Βγαίνουμε στην ταράτσα, ο ουρανός γέμισε αστέρια.