
















Πως ορίζουμε την θέση μας στον κόσμο;
Είμαστε τα στοιχεία της αστυνομικής μας ταυτότητας;
Είμαστε το βιογραφικό μας σημείωμα;
Είμαστε οι τόποι, οι άνθρωποι, οι στιγμές που αγαπήσαμε και πονέσαμε;
Μπορούμε φωτογραφίζοντας να ορίσουμε, ή έστω να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε ποιοί και ποιές είμαστε;
Μπορούν οι φωτογραφίες μας να αποκαλύψουν κάτι για μας;
Στις λίγες συναντήσεις του εργαστηρίου επιχειρήσαμε να θέσουμε τα παραπάνω ερωτήματα.
Οι φωτογραφίες της έκθεσης πιθανόν δείχνουν την αδυναμία καθαρής απάντησης, αλλά και τις εμμονές, τις συνήθειες, την ασφάλεια, την ομορφιά, τον φόβο και την αγάπη που συντροφεύει τη ζωή μας.









Την ώρα που ο Ωρίωνας είναι στο κέντρο του ουρανού
ξέρεις ότι αρχίζει να χαράζει
σε λίγο θα δεις και την Αφροδίτη
Το κεφάλι σου γεμάτο αστέρια
Ξημερώνει
κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, μοβ, μπλε..
Αριστερά του βράχου γεννιούνται μικρά σύννεφα
ταξιδεύουν αργά προς το νότο και σε λίγο διαλύονται
Φεύγουν τα χρώματα κι ο Ήλιος ακουμπάει στο βράχο
κάθε μέρα και πιο νότια
στο τέλος του μήνα
θα βγει από τη θάλασσα..
Νύχτα στη Χώρα, λίγο πριν κλείσουν τα καταστήματα. Κρύο και βοριάς. Περιμένω στο πεζούλι απέναντι από το Δημοτικό να αδειάσει το καρτοτηλέφωνο. Διαγώνια το σουβλατζίδικο, τα τραπεζάκια άδεια, μόνο ένας γέρος με μπαστούνι κάθεται δίπλα στην είσοδο. Ανάμεσα μας μια σακούλα σκουπιδιών αφημένη στο δυνατό άνεμο, σηκώνεται ψηλά, κατεβαίνει, έρχεται κοντά μου, πηγαίνει προς το γέρο. Κοιταζόμαστε, ένα ελαφρύ χαμόγελο σπάει την αμηχανία των προσώπων μας.
Σταματάει μπροστά του, στην αρχή αβέβαια και μετά με την ενθουσιώδη και άτσαλη σιγουριά πιτσιρικά την σπώχνει ψηλά με το μπαστούνι του. Στροβιλίζεται πάλι ανάμεσά μας, κοιταζόμαστε και πάλι χαμογελάμε. Και πάλι στέκεται μπροστά του και πάλι την ωθεί ψηλά.
2-3 λεπτά κράτησε η χορογραφία της σακούλας, την τρίτη φορά που στάθηκε μπροστά του την ακινητοποίησε στο πόδι του τραπεζιού, μετά σηκώθηκε και περπάτησε προς τα πάνω χωρίς να με κοιτάξει.
Το τηλέφωνο άδειασε και έφυγα από το πεζούλι.


Χαμηλώνει ο Ήλιος
στη ρίζα του βράχου
Στο Νότο γυαλίζει η θάλασσα
και βαθαίνουν οι σκιές
Διάτρητος σαρώνομαι από την άμμο
τα κρίνα ανοιγοκλείνουν στο φως
Η Γη είναι πάντα στρογγυλή
και τα αστέρια χιλιάδες
Τώρα που τα βήματα μπαίνουν σε σειρά τρέχοντας
και τα ονόματα αλλάζουν (και πάλι;)
καινούργιες λέξεις
θα ξαναμοιράσουν τον κόσμο
Κι ο Δίας πάντα θα φέγγει την ιστορία μας




Μετά από 5 ώρες βροχής, αποκλεισμένοι στην Χώρα, επιστρέψαμε.
Ο ουρανός σιγά σιγά στέγνωνε. Σαν τα σαλιγκάρια βγήκαν όλοι στην παραλία, το ουράνιο τόξο μόλις που ξεπρόβαλε ανάμεσα στα σύννεφα που έτρεχαν προς το νότο. Όλα άλλαζαν συνεχώς, το φως, ο αέρας, τα σύννεφα, η θάλασσα, η θερμοκρασία, καθώς ο σιρόκος γύριζε σε βοριά.
Με τις αισθήσεις τεντωμένες, τριγυρνούσα στο τρισδιάστατο τοπίο.








