13 Σεπ 2011

20110911 6 φωτογραφίες από το χαλκί







20110909 2 φωτογραφίες από τον προκόπη



20110908 2 φωτογραφίες από την αγία άννα



20110907 3 φωτογραφίες από την παναγιά δροσιανή




20110906 1 κείμενο από το πλοίο


παλιό σακάκι με άσπρες ραφές

Καθόταν ήσυχος στο τραπέζι του, τέντωνε το μέτωπο του, χαμήλωνε το βλέμμα και κοίταζε τριγύρω με ελαφρύ παιδικό χαμόγελο. Φορούσε ένα παλιακό, αλλά κομψό, σβησμένο γαλάζιο σακάκι με άσπρες ραφές στις τσέπες. Μαυριδερός σαν ντόπιος, απροσδιόριστη η ηλικία του αλλά σίγουρα πάνω από πενήντα, το κεφάλι του είχε παράξενο σχήμα πλακουτσωτό και μακρύ, τα μαλλιά του κοντά και γκρίζα. «Αξότης, νομίζω τον ξέρω, πρέπει να τριγυρίζει στη Χώρα» είπε η Κατερίνα.
Το πλοίο σταμάτησε στη Σύρο, πετάχτηκε από τη θέση του, βγήκαν αρκετοί επιβάτες και αυτοκίνητα. Ξεκινήσαμε, σε λίγο νάτος με λαμπερό βλέμμα στα μικρά του μάτια και πονηρό χαμόγελο, κρατούσε 2 μεγάλες σακούλες, η μια γεμάτη με κουτιά από λουκούμια και η άλλη ξέχειλη από χαλβαδόπιτες! Ο νεαρός από το διπλανό τραπέζι για λίγο ξέχασε τα ακουστικά του και τον κοίταξε με απορία.
Άφησε τις σακούλες στην διπλανή του καρέκλα και πήγε στο μπαρ, γύρισε γρήγορα με τα χέρια του γεμάτα με ένα μπουκάλι πορτοκαλάδα, 2 μπουκαλάκια νερό, και 2 μεγάλα μακρόστενα σάντουιτς! Το χαμόγελο και πάλι πονηρό, σαν παιδί που κατάφερε να κάνει ακόμη μια σκανταλιά. Ο νεαρός γούρλωσε τα μάτια του. Ήπιε πολύ γρήγορα την πορτοκαλάδα και σιγά σιγά έτρωγε το σάντουιτς, κάπου στα μισά σταμάτησε, έλαμψε πάλι το πρόσωπο του, σηκώθηκε γρήγορα και πήγε στο μπαρ. Επέστρεψε κρατώντας προσεκτικά ένα μεγάλο ποτήρι με μπίρα. Την επόμενη ώρα και μέχρι να φτάσουμε στην Πάρο, ήπιε την μπίρα, έφαγε το υπόλοιπο σάντουιτς, ήπιε το ένα νερό, έφαγε αργά το δεύτερο σάντουιτς και τέλος ήπιε και το άλλο νερό.
Μετά καθόταν πάλι ήσυχος. Σε λίγο κάποιος τον χαιρέτησε: «Που ήσουνα;» Γρήγορα γρήγορα, χωρίς κενά και παύσεις του είπε ότι είχε πάει στην Αίγινα να προσκυνήσει στον Άγιο Νεκτάριο, σήμερα θα μείνει στη Χώρα και αύριο θα περάσει για τη σύνταξη «έχουν περάσει 6 μέρες, μην πάει πίσω; Θα μου την κρατήσεις;» «Μη φοβάσαι, δεν πάει πίσω, έλα όποτε θέλεις» τον ησύχασε ο άνθρωπος που μάλλον ήταν ο ταχυδρόμος του χωριού του.
«Σας ενημερώνουμε ότι σε λίγα λεπτά το πλοίο φτάνει στο λιμάνι της Νάξου». Αμέσως φόρεσε στην πλάτη τον ταξιδιωτικό του σακίδιο, μεσαίου μεγέθους και καλής ποιότητας, νεανικός, ασυνήθιστος για ντόπιο, πήρε τις σακούλες του και έφυγε.
Κατεβήκαμε οι περισσότεροι, το πλοίο θα συνέχιζε. Σταμάτησα να φτιάξω τα πράγματα στο μηχανάκι, στεκόταν ακουμπισμένος σε μια κολόνα έξω από το στέγαστρο του σταθμού επιβατών, χαιρετούσε τους ντόπιους οδηγούς που έβγαιναν από το λιμάνι.

Μετά από δυο μέρες τον είδα στα βραχάκια της Αγίας Άννας, στους κέδρους που κάθονται πάντα 2-3 ντόπιοι άντρες με σκοτεινό βλέμμα και κοιτάζουν τους γυμνιστές. Φορούσε ένα κομψό μαγιό, το βλέμμα του δεν ήταν σκοτεινό, αλλά ούτε και παιδικό όπως στο πλοίο.   

10 Σεπ 2011

πρόσθεση

στις προηγούμενες αναρτήσεις για κίμωλο και χίο
προστέθηκαν μερικά κείμενα

20110903 1 φωτογραφία από την καλαμωτή


4 Σεπ 2011

20110902 1 κείμενο από την κώμη




2 σεπτεμβρίου κώμη
θυμάσαι που πηγαίναμε για μπάνιο;

Καλοστεκούμενη για την ηλικία της μέσα στη χρωματιστή ρόμπα της, περασμένα τα 80, ανέβηκε στη μεγάλη ζυγαριά έξω από το μίνι μάρκετ, περνούσα δίπλα εκείνη την ώρα «75» της είπα και της έδειξα το νούμερο. «Ου! 81 ήμουνε σαν ήρταμε απ΄το χωριό πριν το καλοκαίρι.»
Φεύγοντας με σταμάτησε: «Βρε γιάννη, θυμάσαι μικρά σαν ήμασταν που παέναμε στη θάλασσα, ήντα καλά που περνούσαμε! Τώρα βρε για πέμου έχεις 2-3 γκόμενες; Έ, έχεις;» Δεν πολυκατάλαβα, και λίγο ντράπηκα, ήμουν λιγότερα από τα μισά της χρόνια.
Θυμήθηκα τη χθεσινή κουβέντα με την μάνα μου για την ηλικιωμένη γειτόνισσα μας, που έχει Αλτσχάιμερ: "Νομίζει ότι είναι κοπέλα 20-30 χρονών, θυμάται μόνο από αυτή την εποχή και πίσω, νομίζει οτι ζει στο σπίτι της μάνας της και ότι η κόρη της είναι μια γυναίκα για τις δουλειές του σπιτιού. Ζει σαν να βλέπει εικόνες από εκείνη την εποχή.»

20110828 1 φωτογραφία από τον προφήτη ηλία


20110826 2+1 φωτογραφίες και 2 κείμενα από το μαγαζί














7 αυγούστου
στο κατώφλι της Παναγιάς

Απόγευμα, κάθομαι στο κατώφλι της Παναγιάς και κοιτάζω για ώρα μπροστά και γύρω μου, η Κάτω Πλάτσα – ο κόσμος μου. Σ’ αυτό το κατώφλι επιστρέφω συνεχώς. Είναι σαν να μην έφυγα ποτέ. Και δεν το σκέφτομαι με νοσταλγία, μεγαλώνω αλλά ο χρόνος δεν έχει σημασία, συνεχώς ξανακοιτάζω με το παιδί που κουβαλώ μέσα μου. Από αυτό το πεζούλι φαίνονται όλα, 30 χρόνια πριν ή 30 μετά, αιώνες πριν ή αιώνες μετά. Χαρτογραφημένη η σκέψη μου, μπροστά μου ο φαρδύς δρόμος, στρωμένος με φθαρμένες - επιτέλους – τις μαρμάρινες πλάκες και άδειος από αυτοκίνητα τους καλοκαιρινούς μήνες. Διώροφες αναπαλαιωμένες ή όχι κατοικίες με κλειστά ισόγεια, πρώην καταστήματα· εκτός, από το κουρείο και το παντοπωλείο των γονιών μου, που από αδράνεια(;) είναι ακόμη ανοικτά. Ησυχία, που και που περνά κάποιος, 4 ηλικιωμένοι άντρες κάθονται, χωρίς πολλές κουβέντες, στις καρέκλες μπροστά στο μαγαζί μας. Τους φαντάζομαι ή καλύτερα τους θυμάμαι νέους και τον εαυτό μου παιδί. Περνούν 2 γυναίκες με ένα μωρό σε καρότσι. Ένας πιτσιρικάς με ποδήλατο κατεβαίνει τον πάνω δρόμο, ένας άντρας με βέσπα μπαίνει στο στενό δεξιά μου. Πάλι ησυχία. Δεξιά μου μια από τις 4 συκαμιές, τον νοέμβριο ήμουν εδώ όταν τις κλάδεψε το συνεργείο του δήμου, τώρα τα κλαδιά και τα φύλλα τους κρύβουν τον ουρανό, το ίδιο κάθε καλοκαίρι, πότε να τις φύτεψαν; Παράξενο, ποτέ πριν δεν το αναρωτήθηκα.
Ακούω την ησυχία και αυτό με βοηθά να ακούσω τις σκόρπιες σκέψεις μου. Εδώ στο κέντρο του κόσμου μου. Σ’ αυτό το μικρό κενό του χρόνου.




23 αυγούστου
ένα ήσυχο απόγευμα

Απόγευμα, νωχελική ησυχία στην πλάτσα, μόνο ο βοριάς ακουγόταν που κουνούσε τα φύλλα από τις συκαμιές. Νωρίς ακόμα και οι άνθρωποι ελάχιστοι, ούτε αυτοί που κάθονται συνήθως τριγύρω, μόνο ο πατέρας μου κι εγώ δεμένοι στις καρέκλες μας, στη σκιά, έξω από το μαγαζί. Ο κουρέας δεν έχει έρθει ακόμη. Λίγο παραπάνω στο στενό έχει κολώσει το αυτοκίνητο του ένας καλοκαιρινός γείτονας και το φόρτωνε αθόρυβα. Τέλος εποχής και οι ξένοι επιστρέφουν στα σπίτια τους, κάθε μέρα και κάποιος φεύγει. Ξαφνικά από την μεριά του αυτοκινήτου, μια δυνατή αντρική φωνή αντιλαλεί διαλύοντας την ησυχία: «Άει στο διάολο, γαμώ την πουτάνα μου!» «Είσαι καλά; Τι έπαθες;» η γυναικεία χαμηλόφωνη απάντηση και αμέσως στην ίδια ένταση «Φύγε από δω γαμώτο!» και αυτό ήταν, δεν ακούστηκε τίποτα άλλο. Για μια στιγμή τιναχτήκαμε, αλλά μέχρι να καταλάβουμε τι έγινε όλα ήταν όπως πριν· είχε ακουστεί η φωνή ή είχαμε λαλήσει από την αποχαύνωση;
Η γυναίκα έφυγε ο άντρας συνέχισε να φορτώνει, η απογευματινή ησυχία πυκνή, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Όταν τέλειωσε το φόρτωμα, το ζευγάρι έφυγε βόλτα με το μωρό τους στο καρότσι. Ο κουρέας ήρθε στην ώρα του, δυο ακόμη οικογένειες ετοίμαζαν τα αυτοκίνητα τους, παιδιά έπαιζαν τριγύρω, η ησυχία χάθηκε.

20110823 3 φωτογραφίες από το σπίτι




20110819 1 φωτογραφία από τον προφήτη ηλία


3 Σεπ 2011

20110817 4 φωτογραφίες από την καλαμωτή






20110815 3 φωτογραφίες από το πυργί




201108 2 φωτογραφίες από τα πατρικά




20110813 7 φωτογραφίες από τον προφήτη ηλία








αρχαιολογικός χώρος προφήτη ηλία στη νότια χίο
πανσέληνος
συναυλία με τους "τρίφωνο"

20110810 4 φωτογραφίες από την καλαμωτή





συναυλία σωκράτη μάλαμα στο γήπεδο

201108 8 φωτογραφίες από την καλαμωτή