23 Ιουν 2015
19 Ιουν 2015
20150618 8 φωτογραφίες από το πλοίο
κάθε φορά που ταξιδεύω κάθομαι στο κατάστρωμα μέχρι να φορτώσει το πλοίο τις νταλίκες και μετά χαζεύω για ώρα τα φώτα του νησιού και των απέναντι ακτών. τους τελευταίους μήνες το πλοίο πάντα είναι γεμάτο με μετανάστες και πρόσφυγες, οι ντόπιοι είναι μικρή μειοψηφία. την προηγούμενη φορά που ταξίδεψα οι περισσότεροι ήταν σύροι, κυρίως οικογένειες· μοιάζουν πολύ με μας στους τρόπους. σήμερα όλοι σχεδόν ήταν αφγανοί, πιτσιρικάδες και λίγες οικογένειες με μωρά παιδιά. είχε μια αγριάδα το κατάστρωμα, δεν ξέρω αν με ενοχλούσε η πυκνότητα του κόσμου, ή τα σκουπίδια, η μυρωδιά του ιδρώτα, η άτσαλη κατάληψη του χώρου, η διάχυτη ενέργεια και ένταση. δεν μπορούσα να μείνω στο κατάστρωμα, πήγα στο σαλόνι της πρώτης θέσης. εδώ ήμουν σε άλλο πλοίο. ψυχρό, καθαρό και σχεδόν άδειο. κανένας μετανάστης, μόνο έλληνες και ελάχιστοι τουρίστες από την κορέα(;). θυμήθηκα ιστορίες από ταινίες για τα πλοία που πήγαιναν στην αμερική.
η ζωή τρέχει έξω στο κατάστρωμα, αρπακτική και άκομψη. προτίμησα το σαλόνι, τη στεγνή κομψότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. όταν φτάσαμε στον πειραιά, κατέβηκα τη σκάλα ανάμεσα σε μια παρέα νεαρών αφγανών χωρίς αποσκευές· χωρίς καθόλου αποσκευές.
η ώρα ήταν 8.15 ζέστη και κίνηση στο λιμάνι, με τίποτα δεν μπορούσες να σκεφτείς ότι το μεσημέρι θα έβρεχε, θα άστραφτε και θα βροντούσε.
Ετικέτες
μετανάστες,
πειραιάς,
στο πλοίο,
χίος
18 Ιουν 2015
14 Ιουν 2015
13 Ιουν 2015
20150611 ο καθρέφτης
«να, βλέπεις; μαζεύει άλατα και πετρώνει· πρέπει να 'χει να κουνηθεί χρόνια».
στο μηχανάκι είχε σπάσει ο καθρέφτης στη βάση του και είχε μπλοκάρει το σπείρωμα έτσι δεν μπορούσα να βάλω άλλον. «μόνο σε μηχανουργείο μπορούν να στο βγάλουν» μου είπε ο μάστορας στο συνεργείο. πήγα στο μηχανουργείο του γειτονικού χωριού, την πρώτη φορά είχε πολύ δουλειά πήγα πάλι την άλλη μέρα, μόλις είχε παραδώσει ένα ταλαιπωρημένο τρακτέρ που είχε επισκευάσει τα φρένα και το γκάζι, μετά τρόχισε δυο εργαλεία καθαρισμού μαστιχόδεντρων και ήρθε η σειρά μου.
για τα επόμενα τριάντα λεπτά ασχολήθηκε με τον καθρέφτη μου· χωρίς να μιλάει, με γρήγορες και σίγουρες κινήσεις άλλαζε εργαλεία και δοκίμαζε τρόπους· χρησιμοποίησε μεγάλο μέρος του εξοπλισμού του, συγκόλληση, τρυπάνια, λαβίδες, οι κινήσεις του ταχύτατες και σίγουρες στο χώρο θύμιζαν χορευτή ή ηθοποιό· παρόλο που όλα ήταν ανακατωμένα, έβρισκε αμέσως ότι ήθελε. δοκίμασε 2-3 λύσεις, «δεν ξεκολλάει με τίποτα»· τελικά σιγά-σιγά το «έφαγε» και έφτιαξε νέο σπείρωμα, «μόνο που η διάμετρος από οκτώ έγινε δέκα». «και τώρα πως θα βιδώσω τον καινούργιο;» «να σε στείλω κάπου στη χώρα να σου περάσουν ένα (… δεν θυμάμαι πως το είπε) και θα μπαίνει κανονικά αλλά αν έχεις τον παλιό φέρε τον να στον κολλήσω, θα μπορείς να τον βάζεις και να τον βγάζεις κανονικά».
επέστρεψα λίγο πριν κλείσει για μεσημέρι, ετοιμαζόταν να φύγει, πήρε τον καθρέφτη, κόλλησε μια βίδα ίδιας διαμέτρου, πέρασε ένα παξιμάδι, έκοψε το περίσσευμα της βίδας, καθάρισε με ένα πανί τον καθρέφτη από τις σκόνες και τον τοποθέτησε στη βάση με το νέο σπείρωμα· όλα κομπλέ.
«σε ευχαριστώ, τι σου χρωστάω;» «ό,τι θέλεις δώκε μου» είπε χαμογελώντας, «είδες τι δουλειά ήθελε, απ' την άλλη πάλι ένας καθρέφτης είναι, τι να σου πάρω;» του έδωσα δέκα ευρώ, «καλά είναι;» «παραπάνω από καλά».
6 Ιουν 2015
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

















































