νέες ιστοριούλες γύρω στις 30 Οκτώβρη
24 Οκτ 2008
ΦΩΤΑ 11 Προφήτης Ηλίας - Χίος
Για άλλη μια φορά κάθομαι στην κορυφή του βραχώδους Προφήτη Ηλία, σε ένα από τα νοτιότερο σημείο του νησιού. Φυσάει ένας κρύος βοριάς, είμαι στην τσιμεντένια ταράτσα της εκκλησίας, ανάμεσα στις τρεις κεραίες κινητής τηλεφωνίας και το φωτιζόμενο σταυρό. Κοιτάζω βόρεια. Από κάτω χάσκει το παλιό νταμάρι απ’ το οποίο για δεκαετίες έκοβαν πέτρες και με μουλάρια τις μετέφεραν στην Καλαμωτή. Μπροστά μου ο λόφος και το εκκλησάκι του Αγίου Ισιδώρου και ο κάμπος γεμάτος αμπέλια, ελιές, συκιές, μποστάνια, και θερμοκήπια. Στο βάθος τα χωριά Πατρικά και Κοινή και στον ορίζοντα πάνω από το φράγμα που κατασκευάζεται στο χείμαρο, το Θολοποτάμι. Βορειοδυτικά τα Αρμόλια και το κάστρο των Απολίχνων. Δυτικά, εκατοντάδες μαστιχόδεντρα τριγύρω από το μεσαιωνικό πύργο στην περιοχή Δότια και ανάμεσα τους πίσω από τα βουνά, το Πυργί.
Γυρίζω προς το νότο, το νησί πέφτει στη θάλασσα. Στη νοτιοανατολική πλαγιά του βουνού το στρατιωτικό φυλάκιο και παρακάτω, ταλαιπωρημένη από την επιπόλαιη τουριστική ανάπτυξη, η αμμουδιά της Κώμης. Από κάτω μου τα ερείπια του ναού της Αθηνάς, και μεγάλα βράχια που κατρακυλώντας φτάνουν στο κλειστό λιμανάκι του Εμπορειού, - παλιά σκάλα στη ρότα των πλοίων για τη Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη. Δίπλα του η εμβληματική παραλία Μαύρα Βόλια.
Τέλος, παντού η θάλασσα. Δύο εμπορικά πλοία περιμένουν δεμένα και στο βάθος οι ακτές της Ικαρίας, της Σάμου και της Μικράς Ασίας, σήμερα που φυσάει διακρίνονται καθαρά. Στα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής κατοχής πολλοί Χιώτες πέρασαν με βάρκες απέναντι στον Τσεσμέ. Τώρα συμβαίνει το ανάποδο. Απελπισμένοι πρόσφυγες έρχονται με βάρκες και φουσκωτά στη Χίο, την Ελλάδα, την Ευρώπη. Όσοι τα καταφέρουν...
Στεριά και θάλασσα, ένας ολόκληρος κόσμος τριγύρω μου, -ο τόπος που μεγάλωσα-, ο βοριάς μου παγώνει το πρόσωπο. Κοιτάζω τη μικρή γυμνή συκιά που με πείσμα βγαίνει από τον τοίχο της βεράντας.
Γυρίζω προς το νότο, το νησί πέφτει στη θάλασσα. Στη νοτιοανατολική πλαγιά του βουνού το στρατιωτικό φυλάκιο και παρακάτω, ταλαιπωρημένη από την επιπόλαιη τουριστική ανάπτυξη, η αμμουδιά της Κώμης. Από κάτω μου τα ερείπια του ναού της Αθηνάς, και μεγάλα βράχια που κατρακυλώντας φτάνουν στο κλειστό λιμανάκι του Εμπορειού, - παλιά σκάλα στη ρότα των πλοίων για τη Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη. Δίπλα του η εμβληματική παραλία Μαύρα Βόλια.
Τέλος, παντού η θάλασσα. Δύο εμπορικά πλοία περιμένουν δεμένα και στο βάθος οι ακτές της Ικαρίας, της Σάμου και της Μικράς Ασίας, σήμερα που φυσάει διακρίνονται καθαρά. Στα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής κατοχής πολλοί Χιώτες πέρασαν με βάρκες απέναντι στον Τσεσμέ. Τώρα συμβαίνει το ανάποδο. Απελπισμένοι πρόσφυγες έρχονται με βάρκες και φουσκωτά στη Χίο, την Ελλάδα, την Ευρώπη. Όσοι τα καταφέρουν...
Στεριά και θάλασσα, ένας ολόκληρος κόσμος τριγύρω μου, -ο τόπος που μεγάλωσα-, ο βοριάς μου παγώνει το πρόσωπο. Κοιτάζω τη μικρή γυμνή συκιά που με πείσμα βγαίνει από τον τοίχο της βεράντας.
23 Οκτ 2008
ΦΩΤΑ 11 Χάνι Μπαλτά - Προυσός Ευρυτανίας

Ανεβοκατεβαίνοντας δασωμένα βουνά με τον ουρανό φορτωμένο σύννεφα, φτάσαμε στα Μπαλτέικα. Τα δέντρα ακόμη έσταζαν από την πρωινή βροχή· κρύο και υγρασία. Το σπίτι είναι σφηνωμένο στην κορφή μιας ρεματιάς πάνω στο παλιό μονοπάτι για το μοναστήρι του Προυσού. Χτυπήσαμε δυνατά την πόρτα, μας άνοιξε με καθυστέρηση η κυρία Λαμπρινή και μας οδήγησε στο κουζινάκι. Ο άντρας της ο Γιάννης Μπαλτάς, ήταν ξαπλωμένος στο μικρό ντιβάνι δίπλα στο τζάκι. Σηκώθηκε με μια γρήγορη κίνηση. Το πουκάμισο και το σακάκι του ατσαλάκωτα, τυφλός εδώ και χρόνια, είναι αφημένος στη φροντίδα της Λαμπρινής. Τις επόμενες ώρες με κάστανα, καρύδια και ζεστό τσίπουρο με μέλι, δίπλα στο τζάκι – “όλοι έχουν περάσει από αυτό το τζάκι, από τη βασίλισσα Φρειδερίκη μέχρι το Μητσοτάκη και τη Ντόρα” - ακούσαμε σκληρές ιστορίες από τη ζωή τους. Το σπίτι μέχρι πρόσφατα ήταν χάνι από εδώ περνούσαν όλες οι στράτες για το μοναστήρι και εδώ ήταν η τελευταία στάση των προσκυνητών και των ζώων τους.
Ο Γιάννης αφηγείται και ταυτόχρονα με τα σβηστά του μάτια ξαναζεί τα γεγονότα. Στο τέλος, μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τον παιδικό του τρόμο για το φούσκωμα του ποταμού, τα νερά που κατέβαιναν ορμητικά παρασύροντας ένα μεγάλο πλάτανο και τα κρατς, κρατς, από τα κλαδιά που έσπαγαν.
Βγήκαμε έξω. Η Λαμπρινή έστειλε με την τροχαλία τον κουβά κάτω στην πηγή. Τη βοήθησα να τον τραβήξει πάνω, ”Καλά περνάτε;” - η ανόητη ερώτηση μου.
“Όχι, δεν περνάμε καλά, πως να περνάμε μονάχοι μας σ’ αυτή την ερημιά; όλα τα κάνω μόνη μου, στις κόρες δεν λέω τίποτα για να μην τις στενοχωρώ”.
Ο Γιάννης αφηγείται και ταυτόχρονα με τα σβηστά του μάτια ξαναζεί τα γεγονότα. Στο τέλος, μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τον παιδικό του τρόμο για το φούσκωμα του ποταμού, τα νερά που κατέβαιναν ορμητικά παρασύροντας ένα μεγάλο πλάτανο και τα κρατς, κρατς, από τα κλαδιά που έσπαγαν.
Βγήκαμε έξω. Η Λαμπρινή έστειλε με την τροχαλία τον κουβά κάτω στην πηγή. Τη βοήθησα να τον τραβήξει πάνω, ”Καλά περνάτε;” - η ανόητη ερώτηση μου.
“Όχι, δεν περνάμε καλά, πως να περνάμε μονάχοι μας σ’ αυτή την ερημιά; όλα τα κάνω μόνη μου, στις κόρες δεν λέω τίποτα για να μην τις στενοχωρώ”.
22 Οκτ 2008
ΦΩΤΑ 11 Πήλιο

Για να φτάσεις στο σπίτι, διασχίζεις ένα στενό δρόμο σκεπασμένο από δέντρα στα ανατολικά όρια του χωριού. Με το που πλησιάζεις το φράκτη, ανοίγεις την ξύλινη πόρτα και πέφτεις πάνω στις κούνιες, καταλαβαίνεις ότι κάτι όμορφο συμβαίνει εδώ. Γεννήθηκε στη βορειοδυτική άκρη της χώρας, έγινε δάσκαλος και τα πρώτα χρόνια περιπλανήθηκε σε ορεινά χωριά της Πελοποννήσου και της Εύβοιας. Αποφάσισαν με τη σύντροφο του να ζήσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους στο Πήλιο. Έψαξε συστηματικά για το σημείο και τον προσανατολισμό και το σπίτι το έφτιαξε μόνος του - «όλα εκτός από τα ηλεκτρικά!». Στο χωράφι έχει μποστάνι, ελιές και κότες. Ζωγραφίζει, παίζει κιθάρα, γράφει, διαβάζει, μαγειρεύει - «αλλά πρώτα από όλα το χωράφι». Καθόμαστε στο τραπέζι της κουζίνας. Καθώς τρώω το ένα από τα τρία σημερινά αυγά, τον ρωτώ μήπως το σπίτι γίνεται φυλακή και δεν σε ανοίγει προς τα έξω. «Το σπίτι είναι το κέντρο, μετά δημιουργείς διαδοχικούς κύκλους και απλώνεσαι προς τα έξω». Την εργασία του στο σχολείο με τα παιδιά, τη λατρεύει αλλά θέλει να βγει στη σύνταξη την άλλη χρονιά για να ασχοληθεί και με όλα τα άλλα που τώρα δεν χωράνε στο χρόνο του. Αποχαιρετώντας τον του είπα ότι είμαι φωτογράφος. Έλαμψε! «Tώρα μου το λες και είχα να σε ρωτήσω τόσα πράγματα! Μ’ αρέσει η φωτογραφία αλλά ξέρω μόνο τα βασικά».
21 Οκτ 2008
ΦΩΤΑ 11 Σαμοθράκη
Κατηφορίσαμε στο ρέμα. Το νερό παγωμένο και πεντακάθαρο έτρεχε γρήγορα προς την απόκρημνη παραλία του Βάτου. Περπατώντας πάνω στα γλειμμένα βράχια περάσαμε απέναντι και μετά από μερικές ώρες κοπιαστικής ανάβασης, ψάχνοντας το μάλλον ανύπαρκτο μονοπάτι και συναντώντας συνεχώς κατσίκια, φτάσαμε στο σπιτάκι - καταφύγιο. Ένα μικρό πέτρινο δωμάτιο οχυρωμένο γύρω από τα βράχια και εφοδιασμένο με δύο κρεβάτια, κουβέρτες και αρκετές προμήθειες. Καθίσαμε έξω στο τραπέζι, φάγαμε παξιμάδια με ελιές και αδειάσαμε ένα μισογεμάτο πλαστικό με κόκκινο κρασί. Άπνοια. Τριγύρω το τοπίο σχεδόν παρθένο, ήχοι μόνο από τα ζώα και τα πουλιά που σιγά σιγά έσβηναν μέσα στη νύχτα που ερχόταν. Ένας πραγματικός κόσμος από δεκάδες μικρούς και μεγάλους οργανισμούς που ζουν εδώ ερήμην του ανθρώπου, ετοιμαζόταν να κοιμηθεί.Στο βάθος η θάλασσα, τα φώτα της Λήμνου και τα ελάχιστα φώτα της Ίμβρου. Πίσω μας ο Πολικός Αστέρας. Βρήκαμε ένα μικρό ραδιόφωνο που του βάλαμε μπαταρίες και τριγυρίσαμε τα FM, Ελληνικά και Τούρκικα τραγούδια ανακατωμένα. Το κλείσαμε. Ησυχία. Που και που κανένα βέλασμα. Τινάξαμε δυο κουβέρτες και κοιμηθήκαμε.
20 Οκτ 2008
ΦΩΤΑ 11 Δίκαια - Έβρος

Το τρένο μετά από μια μικρή στάση στο Ορμένιο για να αλλάξει θέση η μηχανή, επέστρεψε στα Δίκαια που είναι ο τερματικός σταθμός. Απόγευμα. Τα λίγα σύννεφα εμποδίζουν τον ήλιο να ζεστάνει τη μέρα. Ησυχία. Λίγα άσπρα σπίτια με κεραμίδια στα δυτικά. Ανατολικά, τα ψηλά δέντρα κρύβουν το ποτάμι και τα σύνορα με τη Βουλγαρία και την Τουρκία, το λεγόμενο τριεθνές. Στο σταθμό δυο καθαρίστριες επιδέξια μαζεύουν τα σκουπίδια, σφουγγαρίζουν, πλένουν τα τζάμια, γεμίζουν με νερό τις δεξαμενές του τρένου. Αύριο το πρωί στις 6:30 η αμαξοστοιχία θα φύγει για τη Θεσσαλονίκη.
Περπατώ προς το χωριό, πίσω από το σταθμό ένα κλειστό καφενείο με πλαστικές καρέκλες και ένα παλιό παντοπωλείο με βεράντα. Από την ξύλινη πόρτα βγήκε ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης, κάθισε στην μοναδική καρέκλα και άνοιξε ένα βιβλίο. Πίσω από τις βιτρίνες λάστιχα και στεφάνια ποδηλάτων και στο πεζοδρόμιο δύο αντλίες βενζίνης και ένα παλιό ποδήλατο. Πιο πέρα το φωτογραφείο, με τη βιτρίνα του γεμάτη στρατιώτες, μαθητές και σημαίες από την τελευταία παρέλαση.
Περπατώ προς το χωριό, πίσω από το σταθμό ένα κλειστό καφενείο με πλαστικές καρέκλες και ένα παλιό παντοπωλείο με βεράντα. Από την ξύλινη πόρτα βγήκε ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης, κάθισε στην μοναδική καρέκλα και άνοιξε ένα βιβλίο. Πίσω από τις βιτρίνες λάστιχα και στεφάνια ποδηλάτων και στο πεζοδρόμιο δύο αντλίες βενζίνης και ένα παλιό ποδήλατο. Πιο πέρα το φωτογραφείο, με τη βιτρίνα του γεμάτη στρατιώτες, μαθητές και σημαίες από την τελευταία παρέλαση.
ΦΩΤΑ 11 Πίνδος - Τύμφη
Περπατούμε σε ένα πολύ στενό μονοπάτι σκαμμένο στα βράχια. Απορώ πως το περνούν τα γελάδια. Καθώς ο ήλιος φεύγει προς τη δύση και κρύβεται πίσω από σύννεφα βροχής, ο καιρός αλλάζει συνεχώς. Στο βάθος σε μια βραχώδη κορφή ξεχωρίζει η σιλουέτα ενός άντρα. Περνούμε μπροστά από το στενό βάραθρο της Γκαϊλότρυπας και ανηφορίζουμε βορειοανατολικά προς τη λούτσα του Ρομπόζη και την παλιά στάνη. Είναι αργά, είμαστε βρεγμένοι, κουρασμένοι και πεινασμένοι. Η πηγή κάτω από τη Δρακόλιμνη δεν είναι μακριά αλλά δεν γίνεται να συνεχίσουμε. Ο άντρας που είχαμε δει νωρίτερα είναι ένα παιδί 16 χρονών, ο Μίλο από την κεντρική Αλβανία και αντί για μαθητής είναι βοσκός· πριν δύο εβδομάδες ανέβασε τα γελάδια και θα μείνει μαζί τους μέχρι το τέλος του καλοκαιριού.Το πρωί ο ήλιος στεγνώνει το χορτάρι και εμείς τα ρούχα μας. Οι αγελάδες βόσκουν στις πλαγιές και τα τσοπανόσκυλα μας γαβγίζουν που και που, αλλά πιο διακριτικά από χτες. Ο Μίλο τρώει πρωινό μαζί μας, ο θείος του έχει ένα άλλο μαντρί στην περιοχή και ο πατέρας του, του τον εμπιστεύτηκε. Έτσι, στο άνθος της νιότης του αντί να κυνηγά κορίτσια, κυνηγά τα ζώα στο βουνό για τριακόσια ευρώ το μήνα! Ο ιδιοκτήτης του κοπαδιού έχει ξενώνα κάτω, σε κάποιο από τα χωριά.
ΦΩΤΑ 11 Βραδέτο - Ζαγοροχώρια
Φτάσαμε με το τελευταίο φως, μόλις είχαν ανάψει οι λάμπες στους στύλους της ΔΕΗ. Πελεκημένες πέτρες, πλατάνια και τρεχούμενα νερά. Μπροστά μας η πλατεία και δεξιά η εκκλησία της ‘’Γεννήσεως της Θεοτόκου’’. Το κρύο, στεγνό και διάφανο. Αφήσαμε τα σακίδια στον κλειστό περίβολο της εκκλησίας που θα γινόταν το κρεβάτι μας για το βράδυ και πήγαμε απέναντι, στην άλλη πλευρά της πλατείας, στον καφενέ της κυρά-Κωστάντως. Ένα ζευγάρι συνταξιούχοι ήταν οι μοναδικοί πελάτες και δίπλα τους η ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια, δηλαδή τρεις από τους είκοσι περίπου μόνιμους κατοίκους. Ήταν καθισμένοι στις καρέκλες τους με τα χέρια διπλωμένα απέναντι από την ανοικτή τηλεόραση. Στον τοίχο φωτογραφίες από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της περιοχής, αλλά και από την ποδοσφαιρική ομάδα του Βραδέτου(!), της δεκαετίας του ’70.Η Γεωργία βοήθησε και φτιάχτηκαν γρήγορα σαλάτες και ομελέτες. Με τούρτα, κεράκια και στρακαστρούκες που κουβαλούσε για έκπληξη ο Τάκης, γιορτάσαμε τα γενέθλια της Νικολέττας.
18 Οκτ 2008
ΦΩΤΑ 11 Λαμία - στο παλιό Νοσοκομείο
Νύχτα και βροχή. Ρεύμα έχει μόνο στους θαλάμους του ισογείου που θα κοιμηθούμε με τους υπνόσακους. Σε μια ακριανή αίθουσα ένας τεράστιος σωρός από μεταχειρισμένα ρούχα. Στο υπόλοιπο αχανές κτίριο των τριών μακρόστενων ορόφων, σκοτάδι. Με δυο ισχνούς φακούς και διάθεση για παιχνίδι, αρχίζουμε να ανεβαίνουμε τις μαρμάρινες σκάλες. Σπασμένα τζάμια, πεσμένοι σοβάδες κι ανοικτά παράθυρα που χτυπούν από τον αέρα. Οι φακοί ανοίγουν τρύπες στο πηχτό σκοτάδι: μεταλλικές ταμπέλες γραφείων, “Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής”, “Αίθουσα Τοκετών”, “Παρακαλώ Ησυχία”, αφίσες ιατρικών συνεδρίων και διαφημιστικά ημερολόγια φαρμακοβιομηχανιών, όλα σταματημένα στο καλοκαίρι του 2006. Μερικές σκόρπιες χάρτινες επιγραφές με το logo: ‘’Lamia Belle Arte 2007’’ και ένα ξεχασμένο τρισδιάστατο κολάζ(;) στο Χειρουργείο. Βγαίνουμε στην ταράτσα, ο ουρανός γέμισε αστέρια.Από το ισόγειο ακούγονται μουσικές. Στο σκοτεινό κτίριο, κέλυφος ενός μεγάλου νοσοκομείου που εγκαταλείφθηκε, έξω από την πόρτα της Oφθαλμολογικής Kλινικής ένας τυφλός τραγουδιστής με εκστατική φωνή, σαν αρχαίος σαμάνος, συντονίζει το χώρο και τους ανθρώπους να δονούνται από το μυστικό σουξέ “Κέδρος, Κέδρος, το πιο ωραίο φυτό!”
17 Οκτ 2008
ΦΩΤΑ 11 Ροδόπολη

Στην άλλη άκρη του συρμού, ο ελεγκτής διαβάζει ένα χοντρό λογοτεχνικό βιβλίο. Οι επιβάτες αφημένοι στις σκέψεις τους δεν προσέχουν έξω την νύχτα που έτσι κι αλλιώς έρχεται από σταθμό σε σταθμό. Κιλκίς, λίμνη Δοϊράνη, Μουριές και τέλος Ροδόπολη. Εδώ κατεβαίνω για να περάσω τη νύχτα. Μεγάλο χωριό, κολλημένο στον κάμπο της Κερκίνης, στη σκιά του όρους Μπέλες, που σαν τεράστιο βουβό τείχος χωρίζει την Ελλάδα από τη Βουλγαρία. Σπίτια με κήπο, περίφραξη και γεωργικά μηχανήματα, τρεις-τέσσερις ταβέρνες και ψησταριές, δύο μπαράκια και πλατεία με άγαλμα.
Το βράδυ άπνοια και ησυχία. Κατηφορίζω προς τις γραμμές του τρένου. Ακούω την αναπνοή μου και τα βήματά μου στο δρόμο. Σφίγγομαι μέσα στα ρούχα μου από το κρύο και την υγρασία «Και εγώ παιδάκι μου και οι περισσότεροι στο χωριό υποφέρουμε από ρευματισμούς» μου είπε πριν λίγο η κυρία Μαριάνθη που με φιλοξενεί. Στην πλατεία ερημιά και ξερά πλατανόφυλλα. Μια κοπέλα μιλάει στο καρτοτηλέφωνο μάλλον με Βουλγαρία. Δίπλα είναι ο σταθμός του τρένου, δυο κορίτσια του σχολείου κουβεντιάζουν λάμποντας για έναν συμμαθητή τους: «Κάνει τέλειο μασάζ, είναι super, μασάζ να τον αφήσεις να σου κάνει, τίποτα άλλο όμως!» Την ησυχία και τις σκόρπιες κουβέντες σπάει από μακριά ο ήχος του τρένου, ξαφνικός και δυνατός σαν σεισμός. Σε λίγο ένα intercity περνάει σφυρίζοντας χωρίς να σταματήσει.ΦΩΤΑ 11 ΣΤΗΝ ΜΠΡΙΖΑ
10 από τις μικρές ιστορίες που θα παρουσιαστούν εδώ και στα ΦΩΤΑ
έχουν ξεκινήσει να δημοσιεύονται και στο εβδομαδιαίο free press της Καλαμάτας "ΣΤΗΝ ΜΠΡΙΖΑ'',
με τίτλο "Μικρές Πατρίδες;" και στο site της εφημερίδας www.stinbriza.gr
έχουν ξεκινήσει να δημοσιεύονται και στο εβδομαδιαίο free press της Καλαμάτας "ΣΤΗΝ ΜΠΡΙΖΑ'',
με τίτλο "Μικρές Πατρίδες;" και στο site της εφημερίδας www.stinbriza.gr
ΦΩΤΑ 11 Καστοριά
Το λεωφορείο αργά αλλά σταθερά ανεβαίνει τις στροφές στο Βίτσι. Έξω από το παράθυρο βουνοκορφές φορτωμένες με μνήμες και φαντάσματα παλιών πολεμιστών. Στο μπροστινό κάθισμα δύο φοιτήτριες του τοπικού ΤΕΙ πειράζονται και προσπαθούν να συμφωνήσουν για το τί θα κάνουν το βράδυ. Πιο μπροστά μια ηλικιωμένη γυναίκα με αργές κινήσεις βγάζει στο διάδρομο τα πράγματα της. Πίσω μου ένας μετανάστης στέλνει μηνύματα με το κινητό του. Στη διασταύρωση της Κλεισούρας η γυναίκα κατεβαίνει, την περιμένει ο γιος της(;) με το αυτοκίνητο, ακουμπάει τα πράγματα στην άσφαλτο, απλώνει τα χέρια της και αγκαλιάζονται. Στην αμέσως επόμενη στροφή σπάει το τείχος των βουνών, κατεβαίνουμε και από χαμηλά προβάλει ήσυχα η λίμνη Ορεστιάδα.
Στο σταθμό με περιμένει ο Άγγελος με το ποδήλατο του. Διασχίζουμε το δημοτικό πάρκο, τρεις πιτσιρικάδες παίζουν μονότερμα στο γκαζόν. Πίσω τους τα μνημεία της Eθνικής Aντίστασης και του Ποντιακού Eλληνισμού και λίγο παραπέρα υπολείμματα από το τείχος του Ιουστινιανού, από την άλλη πλευρά το δημοτικό πάρκινγκ και μπροστά η λεωφόρος Κύκνων και η λίμνη. Ο ήλιος έχει δύσει εδώ και ώρα. Το τελευταίο φως, τα σύννεφα και οι λάμπες των δρόμων, πυρακτώνουν την ατμόσφαιρα. Πλησιάζουμε τα πιτσιρίκια για να παίξουμε μπάλα μαζί τους αλλά δεν προλαβαίνουμε γιατί φεύγουν ξαφνικά. Ο ουρανός σιγά σιγά σβήνει, μένει το κίτρινο από τις λάμπες και η νύχτα γίνεται νύχτα. Μια αργή, ψιλή βροχή, μόλις που φτάνει στο χορτάρι του πάρκου.
Στο σταθμό με περιμένει ο Άγγελος με το ποδήλατο του. Διασχίζουμε το δημοτικό πάρκο, τρεις πιτσιρικάδες παίζουν μονότερμα στο γκαζόν. Πίσω τους τα μνημεία της Eθνικής Aντίστασης και του Ποντιακού Eλληνισμού και λίγο παραπέρα υπολείμματα από το τείχος του Ιουστινιανού, από την άλλη πλευρά το δημοτικό πάρκινγκ και μπροστά η λεωφόρος Κύκνων και η λίμνη. Ο ήλιος έχει δύσει εδώ και ώρα. Το τελευταίο φως, τα σύννεφα και οι λάμπες των δρόμων, πυρακτώνουν την ατμόσφαιρα. Πλησιάζουμε τα πιτσιρίκια για να παίξουμε μπάλα μαζί τους αλλά δεν προλαβαίνουμε γιατί φεύγουν ξαφνικά. Ο ουρανός σιγά σιγά σβήνει, μένει το κίτρινο από τις λάμπες και η νύχτα γίνεται νύχτα. Μια αργή, ψιλή βροχή, μόλις που φτάνει στο χορτάρι του πάρκου.
ΦΩΤΑ 11 Φλώρινα
Ξαπλώνω στα ξερά χορτάρια του λόφου του Αγίου Παντελεήμονα. Από κάτω είναι απλωμένη η πόλη, οι πλατείες, η αγορά, το ποτάμι, τα παραδοσιακά κτίρια, οι καινούργιες πολυκατοικίες. Ήχοι από αυτοκίνητα, κομπρεσέρ και καμπάνες ανεβαίνουν μπερδεμένα το λόφο. Τριγυρίζω το βλέμμα μου στον κάμπο, τα χωριά και τα βουνά στην άκρη του ορίζοντα. Πώς να ήταν η περιοχή πριν από 50, 100 ή 200 χρόνια; Το πέρασμα από την Οθωμανική αυτοκρατορία στα εθνικά κράτη, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η χάραξη των συνόρων, η Μικρασιατική καταστροφή, οι παγκόσμιοι πόλεμοι, ο εμφύλιος, η μετανάστευση, οι εποικισμοί, τα συλλαλητήρια για το ποιος είναι περισσότερο Μακεδόνας, όλα έχουν καταγραφεί στη συλλογική μνήμη των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής. Το να πούμε ότι οι σημερινοί κάτοικοι προέρχονται από την ανάμιξη των ντόπιων (που ήταν κυρίως ελληνόφωνοι, ή σλαβόφωνοι με πολλές διαφορετικές διαλέκτους, χριστιανοί και μουσουλμάνοι) με πρόσφυγες από τη Μικρασία, επαναπατρισμένους Πόντιους και Βλάχους από τους νοτιότερους νομούς, είναι πιθανόν ένα μικρό κομμάτι της αλήθειας. Έτσι κι αλλιώς, τα διάσπαρτα μνημεία και απομεινάρια της ιστορικής μνήμης είναι ανακατεμένα με φωτεινές επιγραφές κινητής τηλεφωνίας, γιγαντοαφίσες τραπεζικών δανείων και μεγάλες οθόνες υγρών κρυστάλλων.
Σηκώνομαι όρθιος. Δίπλα μου είναι το μικρό πέτρινο εκκλησάκι κι ο τεράστιος τσιμεντένιος σταυρός - κληρονομιά της εποχής του μητροπολίτη Καντιώτη. Στη βάση του είναι γραμμένη με μπλε σπρέι η λέξη «ΕΛΛΑΣ» και λίγο πιο κάτω με κόκκινο σπρέι «ΟΥΤΕ ΘΕΟΣ ΟΥΤΕ ΑΦΕΝΤΗΣ». Φυσάει ένας κρύος βοριάς, πολύ γρήγορα τα σύννεφα κλείνουν τον ουρανό και αρχίζει να βρέχει.
Σηκώνομαι όρθιος. Δίπλα μου είναι το μικρό πέτρινο εκκλησάκι κι ο τεράστιος τσιμεντένιος σταυρός - κληρονομιά της εποχής του μητροπολίτη Καντιώτη. Στη βάση του είναι γραμμένη με μπλε σπρέι η λέξη «ΕΛΛΑΣ» και λίγο πιο κάτω με κόκκινο σπρέι «ΟΥΤΕ ΘΕΟΣ ΟΥΤΕ ΑΦΕΝΤΗΣ». Φυσάει ένας κρύος βοριάς, πολύ γρήγορα τα σύννεφα κλείνουν τον ουρανό και αρχίζει να βρέχει.
ΦΩΤΑ 11 Πρέσπες
Πρωί μιας νοτισμένης μέρας στο χωριό Λαιμός λίγα χιλιόμετρα από τις Πρέσπες, καφενείο του χωριού είναι το καφεπαντοπωλείο της Βασούλας. Καθόμαστε στο μοναδικό τραπέζι. Ο καφές ψήνεται αργά στην ξυλόσομπα. Κοιτάζω τριγύρω. Το μαγαζί είναι γεμάτο με τοπικά, βιολογικής καλλιέργειας, προϊόντα: φασόλια διαφόρων ποικιλιών και χρωμάτων, πιπεριές και γλυκά κουταλιού. Κολλημένες στο ψυγείο και τους τοίχους παιδικές ζωγραφιές σε σελίδες σχολικής ιχνογραφίας. Η Βάσω γεννήθηκε στο Λαιμό, έφυγε για σπουδές στη Θεσσαλονίκη και μετά από χρόνια και με άντρα νησιώτη, αποφάσισαν να ζήσουν εδώ. Αρκετοί από τους 1800 μόνιμους κατοίκους της περιοχής των Πρεσπών, ζουν στα χωριά από επιλογή και όχι από καταγωγή. Οι περισσότεροι δραστηριοποιούνται σε ξενώνες, οργανώσεις προστασίας της λίμνης, και βιολογικές καλλιέργειες.
Βγαίνουμε έξω. Ο ήλιος έχει στεγνώσει το χωριό από την πρωινή υγρασία. Σε δυο λεπτά είμαστε στον Άγιο Γερμανό και παρκάρουμε απέναντι από το Δημοτικό σχολείο. Τα πιτσιρίκια κυνηγιούνται στην αυλή. Η δασκάλα, όρθια στο κεφαλόσκαλο, ακουμπάει στην κολόνα και κοιτάζει τα παιδιά. Για λίγα δευτερόλεπτα όμως, κλείνει τα μάτια και με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού στρέφει το κλειστό της βλέμμα στον ήλιο.
Βγαίνουμε έξω. Ο ήλιος έχει στεγνώσει το χωριό από την πρωινή υγρασία. Σε δυο λεπτά είμαστε στον Άγιο Γερμανό και παρκάρουμε απέναντι από το Δημοτικό σχολείο. Τα πιτσιρίκια κυνηγιούνται στην αυλή. Η δασκάλα, όρθια στο κεφαλόσκαλο, ακουμπάει στην κολόνα και κοιτάζει τα παιδιά. Για λίγα δευτερόλεπτα όμως, κλείνει τα μάτια και με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού στρέφει το κλειστό της βλέμμα στον ήλιο.
προδημοσίευση
πριν κυκλοφορήσουν τα ΦΩΤΑ
θα ανεβάσω εδώ τις ιστορίες και τις φωτογραφίες και θα ήθελα
διορθώσεις και παρατηρήσεις
θα ανεβάσω εδώ τις ιστορίες και τις φωτογραφίες και θα ήθελα
διορθώσεις και παρατηρήσεις
ΦΩΤΑ 11
μέσα στον Νοέμβριο θα κυκλοφορήσουν τα επόμενα ΦΩΤΑ
με μικρές ιστορίες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας
με μικρές ιστορίες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας
4 Δεκ 2007
η αννούλα και ο τζόννυ
Η Αννούλα; τι κάνει;
Η ΑΝΝΟΥΛΑ;! Διαπρέπει!
Την προσκάλεσαν να πάει σε συνέδριο στο Λος Άνζελες!
Με ρώτησε: Μαμά τι να κάνω;
Της είπα: Παιδί μου, κάνε ότι θέλεις.
Γιάννη, έχεις καμιά πέρδικα;
Τέλειωσε.
Φέρε τότε ένα φασιανό.
Τι θα πιείς;
Βάλε ένα τζόννυ, κέρασε και τα παιδιά.
28 Νοε 2007
27 Νοε 2007
26 Νοε 2007
ΦΩΤΑ10 12|07 κείμενα
α.
Ξεχνούν, για λίγο, την αστική τους μυθολογία
Γυμνοί στον ήλιο
ψήνονται από φως και πάθος
ο Τόπος δεν τους αφορά
η παραλία, μια ταβέρνα κι ο διάχυτος ερωτισμός αρκούν
Το νησί είναι το σκηνικό της καλοκαιρινής τους, προγραμματισμένης, απείθειας
Γυρίζουν στις εργασίες και τα μεταπτυχιακά τους ενθουσιασμένοι
βάζοντας στον καφέ τους την ίδια ζάχαρη.
β.
Εξαφανίζονται μέσα στο νησί
αποζητώντας να τους καταπιεί
Ζουν με τις αισθήσεις
σε μια απελπισμένη προσπάθεια
να ανασάνουν μαζί με το χώμα και την πρωινή δροσιά
Όταν το Φθινόπωρο, αγγίξει τις πληγές τους
ξαναγυρίζουν εκεί που ανήκουν
στις νεραντζιές της γειτονιάς τους.
γ.
Θέλουν να γίνουν ντόπιοι
Αν δεν έχουν τίποτα να χάσουν
μπορεί και να τα καταφέρουν
Συνήθως είναι ξένοι
αλλού στοίχειωσαν τα όνειρα τους
Οι παιδικές τους μνήμες δεν μυρίζουν αγριόκρινα.
Εδώ θα πάμε για μπάνιο, εκεί θα φάμε
Εδώ έχει μια πηγή, εκεί ο ήλιος πέφτει στη θάλασσα.
Σε λίγες μέρες ο Τόπος έχει κοπεί σε εικόνες
Σ’ αυτά που μπορούμε να αναγνωρίσουμε
αυτά που συμφωνούν με όσα ήδη γνωρίζουμε.
Ο Χρόνος γίνεται Χώρος
Δεν βλέπω τίποτε άλλο εκτός από τον εαυτό μου
Τα γλειμμένα, ογκώδη βράχια στον προφήτη Ηλία
οι πικροδάφνες και τα κυκλάμινα στον άγιο Αρτέμιο
τα ξερά στάχυα, οι μυρμηγκοφωλιές, οι σαύρες, τα αλμυρίκια
Δεν υπάρχουν σαν Αυτά τα Ίδια
σαν αυτά που Είναι
κοιτώντας τα, αφουγκράζομαι την αναπνοή μου.
Ήσυχα δράματα
Που αργολιώνουν τα βράδια
Σε καλοκαιρινά τραπεζάκια
Παρέες, παρέες
Αναβοσβήνουν τη σκέψη τους
Τη σκέψη τους;
Ψάχνοντας ταλαιπωρημένοι
το μίτο που τους συνδέει
Περπατούν στους φωτισμένους δρόμους
στο σχολείο έμαθαν γραφή και ανάγνωση;
Ξέρουν να στοιχίζουν τα γράμματα
Αλλά, αλλιώς λάμπουν τα μάτια τους
κι αλλιώς φιλούν στα χείλη
Αλλιώς αγγίζουν τα ζεστά χέρια τους
Κι αλλιώς ταιριάζουν τις λέξεις
Κοιμούνται σαν ήρωες
Και ξυπνούν ντροπιασμένοι
Έτοιμοι να αντέξουν ακόμη μια μέρα.
Ψάχνουμε στη γεωγραφία και αναζητούμε τόπους ανέγγιχτους από τον τουρισμό. Απομακρυσμένες περιοχές, φτωχές, με ανθρώπους αυτάρκεις, δεμένους με τις κλειστές κοινωνίες τους. Είμαστε εναλλακτικοί ταξιδιώτες, αρωγοί οργανώσεων και προγραμμάτων...
Όσο οι ντόπιοι, είναι εγκλωβισμένοι στον τόπο τους, ‘’ανακαλύπτουμε’’ την ομορφιά τους.
Θέλουμε μια γραφικότητα χωρίς συνείδηση, για προσωπική χρήση.
τατζιπτουσαββατοκύριακου
Μαύρο
με τζάμια φιμέ
Λάμπει στο χλωμό φθινοπωρινό φως
καθώς αποβιβάζεται στο λιμάνι
Το συναντάς παντού
στη φτενή άσφαλτο τριγύρω από τη Χώρα
στους ατελείωτους χωματόδρομους
στις νοτισμένες αμμουδιές
Μόλις που προλαβαίνεις να διακρίνεις
τη σιγουριά στο κενό βλέμμα
το ελαφρά ανασηκωμένο πρόσωπο
τη διάχυτη περιφρόνηση
τα ρούχα εκδρομής.
Καθώς το τεχνολογικό αυτό θαύμα
προσπερνά τα τοπία του ελάχιστου
με τους ασπάλαθους και τα σπάρτα
τα πρόβατα και τα κατσίκια
Τους ανθρώπους της ανάγκης
με τα γαϊδούρια και τα σκουριασμένα φορτηγάκια
το νησί, σαν λάθος
φτύνει τη σκόνη του.
Έρκουνται όλοι και με βγάλουν φωτογραφίες, τις βάζουνε στα περιοδικά, τα κονομάνε αυτοί, αλλά εγώ δε βγάζω τίποτις. Πέντε χιλιάρικα σε δραχμές τι μέρα, θέλουν για κριθάρι τα ζα.
Μ’ αρέσει να τα κοιτάζω να πετάνε. Κάνουν μερικούς κύκλους και μετά κατεβαίνουν.
Τελειώνω τη δουλειά μου στις τρεισήμισι και σε πέντε λεπτά είμαι στη θάλασσα.
Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο. Εδώ και δέκα χρόνια άραξα στο νησί.
Δεν μιλάω σε κανένα.
Μη ξαναβάλεις μωρή τ’ όνομα του δημάρχου στο στόμα σου!
Θα ακολουθήσει κατάθεση στεφάνων. Ο Διοικητής του Λιμενικού Σταθμού Χώρας.
Καλέ, ακόμα φωτογραφίες τραβάτε;
Θα φέρουμε άλογα και ποδήλατα.
Αυτό που βλέπετε λέγεται πατητήρι, εδώ πατούσαν τα σταφύλια.
Από σπίθκια εδώ, άλλο τίποτις.
Πόσοι μένετε εδώ;
Δεκαπέντε. Αθρώποι ε, όχι οικογένειες.
Τρεισήμισι χιλιάδες αμνοερίφια είχε το νησί.
Μπήκαμε σε ένα πρόγραμμα της Περιφέρειας και γι’ αυτό φτιάχνονται οι δρόμοι.
Οι αγιογραφίες είναι του 17ου αιώνα.
Νερά έχει παντού, μια τρύπα να ανοίξεις θα βρεις νερό.
Φέτος δεν ήβρεξε καθόλου και γι’ αυτό εν ήγινε τίποτις.
Τότε που ο Θεός ήφτιαξεν τον κόσμο, αλλού ήριχνε βροχή και ‘δω σε μας πέτρες.
Άντε βρε Γιάννη πότε θα παντρευτείς, να δουν κι οι δικοί σου κάνα εγγόνι;
Αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου!
Εις υγείαν!
Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία.
Με το καλό να ξανάρθετε, καλό ταξίδι και καλό χειμώνα.
Τρέχουν όλοι... Που θαρούνε ότι θα πάνε;
Γύρω γύρω θάλασσα είναι.
Ξεχνούν, για λίγο, την αστική τους μυθολογία
Γυμνοί στον ήλιο
ψήνονται από φως και πάθος
ο Τόπος δεν τους αφορά
η παραλία, μια ταβέρνα κι ο διάχυτος ερωτισμός αρκούν
Το νησί είναι το σκηνικό της καλοκαιρινής τους, προγραμματισμένης, απείθειας
Γυρίζουν στις εργασίες και τα μεταπτυχιακά τους ενθουσιασμένοι
βάζοντας στον καφέ τους την ίδια ζάχαρη.
β.
Εξαφανίζονται μέσα στο νησί
αποζητώντας να τους καταπιεί
Ζουν με τις αισθήσεις
σε μια απελπισμένη προσπάθεια
να ανασάνουν μαζί με το χώμα και την πρωινή δροσιά
Όταν το Φθινόπωρο, αγγίξει τις πληγές τους
ξαναγυρίζουν εκεί που ανήκουν
στις νεραντζιές της γειτονιάς τους.
γ.
Θέλουν να γίνουν ντόπιοι
Αν δεν έχουν τίποτα να χάσουν
μπορεί και να τα καταφέρουν
Συνήθως είναι ξένοι
αλλού στοίχειωσαν τα όνειρα τους
Οι παιδικές τους μνήμες δεν μυρίζουν αγριόκρινα.
Εδώ θα πάμε για μπάνιο, εκεί θα φάμε
Εδώ έχει μια πηγή, εκεί ο ήλιος πέφτει στη θάλασσα.
Σε λίγες μέρες ο Τόπος έχει κοπεί σε εικόνες
Σ’ αυτά που μπορούμε να αναγνωρίσουμε
αυτά που συμφωνούν με όσα ήδη γνωρίζουμε.
Ο Χρόνος γίνεται Χώρος
Δεν έχει σημασία ο τόπος και το γεγονός, συνήθως δεν συμβαίνει τίποτα, σαν να απαθανατίζεται συνεχώς το ίδιο. Αυτό που υπάρχει, αν υπάρχει, αφήνει το ίχνος του.
Στα όρια του εφικτού και της φωτογραφικής τεχνολογίας, ο Χρόνος γίνεται Χώρος. Η φωτογραφία εικονίζει τα όρια και ο Παρατηρητής καλείται να περιπλανηθεί εντός της.
συνεχίζεται
Δεν βλέπω τίποτε άλλο εκτός από τον εαυτό μου
Τα γλειμμένα, ογκώδη βράχια στον προφήτη Ηλία
οι πικροδάφνες και τα κυκλάμινα στον άγιο Αρτέμιο
τα ξερά στάχυα, οι μυρμηγκοφωλιές, οι σαύρες, τα αλμυρίκια
Δεν υπάρχουν σαν Αυτά τα Ίδια
σαν αυτά που Είναι
κοιτώντας τα, αφουγκράζομαι την αναπνοή μου.
Ήσυχα δράματα
Που αργολιώνουν τα βράδια
Σε καλοκαιρινά τραπεζάκια
Παρέες, παρέες
Αναβοσβήνουν τη σκέψη τους
Τη σκέψη τους;
Ψάχνοντας ταλαιπωρημένοι
το μίτο που τους συνδέει
Περπατούν στους φωτισμένους δρόμους
στο σχολείο έμαθαν γραφή και ανάγνωση;
Ξέρουν να στοιχίζουν τα γράμματα
Αλλά, αλλιώς λάμπουν τα μάτια τους
κι αλλιώς φιλούν στα χείλη
Αλλιώς αγγίζουν τα ζεστά χέρια τους
Κι αλλιώς ταιριάζουν τις λέξεις
Κοιμούνται σαν ήρωες
Και ξυπνούν ντροπιασμένοι
Έτοιμοι να αντέξουν ακόμη μια μέρα.
Ψάχνουμε στη γεωγραφία και αναζητούμε τόπους ανέγγιχτους από τον τουρισμό. Απομακρυσμένες περιοχές, φτωχές, με ανθρώπους αυτάρκεις, δεμένους με τις κλειστές κοινωνίες τους. Είμαστε εναλλακτικοί ταξιδιώτες, αρωγοί οργανώσεων και προγραμμάτων...
Όσο οι ντόπιοι, είναι εγκλωβισμένοι στον τόπο τους, ‘’ανακαλύπτουμε’’ την ομορφιά τους.
Θέλουμε μια γραφικότητα χωρίς συνείδηση, για προσωπική χρήση.
...Οι ντόπιοι, όμορφοι άνθρωποι, φιλόξενοι, με λαμπερά μάτια και σκληρά από το μόχθο χέρια, που αγαπούν τον τόπο τους και συνεχίζουν μια δύσκολη ζωή...
Οι φωτογραφίες κατασκευάζουν μια πραγματικότητα που δεν υπήρξε ποτέ, ή είναι η νοσταλγία ενός μυθοποιημένου παρελθόντος. Οι Τόποι και οι Άνθρωποι, γίνονται αρχέτυπα γραφικότητας, ασφαλείς, ακίνδυνες, αναλώσιμες εικόνες.
Ας τους αφήσουμε στην Ησυχία τους.
Παρά την σχεδόν ολική καταστροφή –ο Άγιος Τουρισμός- μένουν μερικές εστίες αναλλοίωτες όπου οι άνθρωποι, χωρίς λόγο, ζουν και εργάζονται σχεδόν όπως οι πρόγονοι τους.
Οι ντόπιοι σαν συντηρημένα απομεινάρια κιόνων, παριστάνουν τον εαυτό τους. Μόλις που διακρίνεται ο αχός της νιότης τους, καθώς επαναλαμβάνουν τις ίδιες κουβέντες, την ίδια ώρα, στο ίδιο μέρος.
Όταν κοπάσει ο τουρισμός, στους έρημους μήνες του χειμώνα, ο χρόνος ορίζεται από τους θανάτους. Οι καλοκαιρινές κηδείες, στριμωγμένες ανάμεσα σε πανηγύρια, γάμους και γιορτές αυτοθαυμασμού και τόνωσης του τοπικιστικού φρονήματος, ξεχνιούνται γρήγορα.
Μαζεύονται σιγά σιγά οι χωριανοί στα λιτά κοιμητήρια, ο ένας δίπλα στον άλλον, στους μαρμάρινους τάφους, που από τις τραχιές πλαγιές κοιτάζουν το πέλαγος.
Υπάρχει πάντα η ομορφιά, που σαν έκπληξη σκάει ξαφνικά μπροστά μας και νιώθουμε ότι στο βάθος, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Περπατάμε αιωρούμενοι, νιώθοντας την ακατέργαστη χαρά της παιδικής μας ηλικίας.
Το νησί σαν μαγεμένο, σαν δώρο χωρίς αποστολέα και παραλήπτη, μας εκπλήσσει συνεχώς.
Κάθε πρωί του χειμώνα, το πρώτο φως καθαγιάζει το νησί, φωτίζει τις βραχώδεις κορφές, τις ξερές πλαγιές με τα γαϊδουράγκαθα, τους μικρούς χέρσους κάμπους, τα έρημα χωριά, τις άδειες βεράντες των κλειστών ξενοδοχείων, τις επιγραφές rooms to let, τα αλμυρίκια, τις μπαζωμένες παραλίες, τις γριές και τις γάτες που χασμουριούνται στα πεζούλια. Μπαίνει από τις τζαμαρίες των καφενείων και φωτίζει τα πρόσωπα των γέρων που βλέπουν τηλεόραση, διαπερνά τις κουρτίνες και ξυπνάει τη δασκάλα και τους πέντε μαθητές της...
τατζιπτουσαββατοκύριακου
Μαύρο
με τζάμια φιμέ
Λάμπει στο χλωμό φθινοπωρινό φως
καθώς αποβιβάζεται στο λιμάνι
Το συναντάς παντού
στη φτενή άσφαλτο τριγύρω από τη Χώρα
στους ατελείωτους χωματόδρομους
στις νοτισμένες αμμουδιές
Μόλις που προλαβαίνεις να διακρίνεις
τη σιγουριά στο κενό βλέμμα
το ελαφρά ανασηκωμένο πρόσωπο
τη διάχυτη περιφρόνηση
τα ρούχα εκδρομής.
Καθώς το τεχνολογικό αυτό θαύμα
προσπερνά τα τοπία του ελάχιστου
με τους ασπάλαθους και τα σπάρτα
τα πρόβατα και τα κατσίκια
Τους ανθρώπους της ανάγκης
με τα γαϊδούρια και τα σκουριασμένα φορτηγάκια
το νησί, σαν λάθος
φτύνει τη σκόνη του.
Έρκουνται όλοι και με βγάλουν φωτογραφίες, τις βάζουνε στα περιοδικά, τα κονομάνε αυτοί, αλλά εγώ δε βγάζω τίποτις. Πέντε χιλιάρικα σε δραχμές τι μέρα, θέλουν για κριθάρι τα ζα.
Μ’ αρέσει να τα κοιτάζω να πετάνε. Κάνουν μερικούς κύκλους και μετά κατεβαίνουν.
Τελειώνω τη δουλειά μου στις τρεισήμισι και σε πέντε λεπτά είμαι στη θάλασσα.
Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο. Εδώ και δέκα χρόνια άραξα στο νησί.
Δεν μιλάω σε κανένα.
Μη ξαναβάλεις μωρή τ’ όνομα του δημάρχου στο στόμα σου!
Θα ακολουθήσει κατάθεση στεφάνων. Ο Διοικητής του Λιμενικού Σταθμού Χώρας.
Καλέ, ακόμα φωτογραφίες τραβάτε;
Θα φέρουμε άλογα και ποδήλατα.
Αυτό που βλέπετε λέγεται πατητήρι, εδώ πατούσαν τα σταφύλια.
Από σπίθκια εδώ, άλλο τίποτις.
Πόσοι μένετε εδώ;
Δεκαπέντε. Αθρώποι ε, όχι οικογένειες.
Τρεισήμισι χιλιάδες αμνοερίφια είχε το νησί.
Μπήκαμε σε ένα πρόγραμμα της Περιφέρειας και γι’ αυτό φτιάχνονται οι δρόμοι.
Οι αγιογραφίες είναι του 17ου αιώνα.
Νερά έχει παντού, μια τρύπα να ανοίξεις θα βρεις νερό.
Φέτος δεν ήβρεξε καθόλου και γι’ αυτό εν ήγινε τίποτις.
Τότε που ο Θεός ήφτιαξεν τον κόσμο, αλλού ήριχνε βροχή και ‘δω σε μας πέτρες.
Άντε βρε Γιάννη πότε θα παντρευτείς, να δουν κι οι δικοί σου κάνα εγγόνι;
Αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου!
Εις υγείαν!
Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία.
Με το καλό να ξανάρθετε, καλό ταξίδι και καλό χειμώνα.
Τρέχουν όλοι... Που θαρούνε ότι θα πάνε;
Γύρω γύρω θάλασσα είναι.
ΦΩΤΑ 10
από τετάρτη 28 νοεμβρίου
θα βρείτε τα ΦΩΤΑ
ΓΕΡΑΜΑΣ | ΦΩΤΟΜΑΡΚΕΤ | ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
ΒΑΒΕΛ | ΠΟΛΙΤΕΙΑ |ΠΡΩΤΟΠΟΡΕΙΑ | ΠΟΤΑΜΟΣ | ΚΟΑΝ-TASCHEN
ΑΣΤΥ | ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ | ΤΡΙΑΝΟΝ
ΝOSOTROS | ΒΙΟS |
θα βρείτε τα ΦΩΤΑ
ΓΕΡΑΜΑΣ | ΦΩΤΟΜΑΡΚΕΤ | ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
ΒΑΒΕΛ | ΠΟΛΙΤΕΙΑ |ΠΡΩΤΟΠΟΡΕΙΑ | ΠΟΤΑΜΟΣ | ΚΟΑΝ-TASCHEN
ΑΣΤΥ | ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ | ΤΡΙΑΝΟΝ
ΝOSOTROS | ΒΙΟS |
18 Νοε 2007
ΦΩΤΑ9 04|07 κείμενα
1
Σ' ένα κόσμο ανοίκειο και ξένο
με τις αισθήσεις μας πυρπολημένες
από την καταιγιστική και ακατανόητη πραγματικότητα
κολλημένοι σαν βδέλλες
στην ασφάλεια της ανάγκης και της συνήθειας
Προσαρμοζόμαστε συνεχώς σ' αυτό που φέρνει η τύχη
και χάνουμε -για πάντα- αυτό που κάποτε
προσπάθησε ν’ ανθήσει.
2
Μια θλίψη
άσχετη από των εποχών την ταπεινότητα
συνθλίβει τις αισθήσεις μου
άρρητα και βουβά
όλα γίνονται εικόνες
προβολές φωτός
κόκκινα μάτια μπροστά σε pixels που αναβοσβήνουν
Περπατώ
Πίσω μου σέρνονται
τα παιδικά παιγνίδια μου
στους ίδιους δρόμους
προσπερνώ τους ίδιους κουρασμένους ανθρώπους
γερασμένους από το μέλλον τους
Λοξοκοιτάτε βιαστικά
πότε
χορέψατε με πόδια γυμνά
στις πλάκες ή στο παρκέ του σπιτιού σας
επαναλάβατε το ίδιο στην ταράτσα
μέχρι ‘’οι μέρες που στέκονται μπροστά σας’’
να ψοφήσουν τελείως
και να μείνετε μονάχοι με τα γυμνά
βρόμικα πόδια σας.
3
Με το κουταλάκι του γλυκού
μάζεψα με προσοχή λίγη αγάπη που χύθηκε στο τραπέζι
την ξανάβαλα στο γυάλινο βάζο με τις αυταπάτες
Μέχρι να δύση ο ήλιος
έπλυνα τα χρωματιστά ρούχα
και τα άπλωσα στην ταράτσα
καθώς έσταζαν τα νερά
από κάτω η φωτισμένη κίτρινη πόλη
Δεν κατάλαβα πότε ξεκίνησε η βροχή.
4
Καθώς καμπυλώνεται ο χρόνος
κι απέναντι προβάλλει η άνοιξη
Εδώ
μέσα στα τσιμέντα και τους ρύπους
ζεστή τη μέρα
παγωμένη τη νύχτα
η πόλη ακίνητη
σε καραντίνα ευτυχίας
μακαρίζει τη ματαιοδοξία της.
5
Αργά το απόγευμα
την ώρα που η μέρα γίνεται νύχτα
και στα χωριά
πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα
οι γυναίκες βράζουν το γάλα
και οι άντρες τρώνε βιαστικά
για να πάνε στο καφενείο
το κρύο του χειμώνα είναι ζεστό
Σχεδόν νύχτα πια
είναι η καλύτερη ώρα για να γίνεις σιωπή
να κοιτάξεις τον κουρνιαχτό της ζωής σου
και να κοιμηθείς ήσυχα
αύριο, έτσι κι αλλιώς δεν θα είναι μια καινούργια μέρα.
6
Αποσπάσματα συνειρμοί
σκέψεις που περνούν και χάνονται
ερεθίσματα των αισθήσεων
που μας καθήλωσαν και έφυγαν
ξαναγύρισαν, έμειναν στη μνήμη μας
Θραύσματα ενός ανολοκλήρωτου κόσμου
μιας βιαστικής ζωής
Αυτά που δεν προλάβαμε να αγαπήσουμε
Αυτά που ξαφνικά φωτίζουν την ύπαρξη μας
Αυτά που περιμένουμε να φέρει η άνοιξη ή κάποιος άλλος.
7
Χαμογέλασες από μακριά για να σε γνωρίσω
Όλα ίδια όπως πριν τρία ή τέσσερα χρόνια
που ξαναειδωθήκαμε τυχαία
την ίδια μέρα, στον ίδιο δρόμο, μπροστά στο ίδιο παρτέρι.
Τα ίδια πουλιά όπως και τώρα χάζευαν αφηρημένα την άνοιξη.
Η λάμψη σου θολή
όμως λάμψη
Γύρισες λίγο για να φύγει ο ήλιος από τα μάτια σου
και να με δεις καθαρά
Σίγουρα γερασμένος
χωρίς καινούργια ρούχα
με κατάλαβες αμέσως
Φαινόσουν χαρούμενη και σίγουρη για τον εαυτό σου
Ξεφλουδίσαμε βιαστικά τις λέξεις
της άξαφνης συνάντησης
Γύρισες στους φίλους σου
Κι εγώ συνέχισα να χαζεύω την άνοιξη.
8
Στο Δρόμο / Επαρχία / Σαν μαγεμένος
Έγκλειστοι των Αθηνών
Βιογραφικό σημείωμα / Βεβαιώσεις και Αποδείξεις / Πιστοποίηση
Φτιάξτε μου Σύνορα
Αγενείς
Ξεφλουδίσαμε βιαστικά τις λέξεις
Μαύρισες, που ήσουνα;
Τι κάνεις τώρα; / Ότι έκανα πάντα
Βαρέθηκα / Έλα γκρινιάρη
Μπορεί να ανακαλύψεις συναισθήματα που δεν ήξερες ότι υπάρχουν
Δεν θέλω να ζω μόνο στις εκδρομές
Τα λέμε / Φιλάκια
Συγνώμη που χθες έφυγα τόσο βιαστικά αλλά το επόμενο τρένο ήταν σε 20’
Εκεί είναι αλλιώς, επικίνδυνα
Κύρια Πρόεδρε πως μιλάει έτσι ο μάρτυς; / Ησυχία παρακαλώ!
Κάθισες πάνω μου σαν κόσμημα
Σε ευχαριστώ μωρό μου
Δε γίνεται αυτό
Δεν θα περάσει / Διεκδικούμε / Φονιάδες των λαών
Ταιριάζεις τόσο με το χώρο
Η επαναχρησιμοποίηση είναι η λύση όχι η ανακύκλωση
Σας ευχαριστούμε
Σ' ένα κόσμο ανοίκειο και ξένο
με τις αισθήσεις μας πυρπολημένες
από την καταιγιστική και ακατανόητη πραγματικότητα
κολλημένοι σαν βδέλλες
στην ασφάλεια της ανάγκης και της συνήθειας
Προσαρμοζόμαστε συνεχώς σ' αυτό που φέρνει η τύχη
και χάνουμε -για πάντα- αυτό που κάποτε
προσπάθησε ν’ ανθήσει.
2
Μια θλίψη
άσχετη από των εποχών την ταπεινότητα
συνθλίβει τις αισθήσεις μου
άρρητα και βουβά
όλα γίνονται εικόνες
προβολές φωτός
κόκκινα μάτια μπροστά σε pixels που αναβοσβήνουν
Περπατώ
Πίσω μου σέρνονται
τα παιδικά παιγνίδια μου
στους ίδιους δρόμους
προσπερνώ τους ίδιους κουρασμένους ανθρώπους
γερασμένους από το μέλλον τους
Λοξοκοιτάτε βιαστικά
πότε
χορέψατε με πόδια γυμνά
στις πλάκες ή στο παρκέ του σπιτιού σας
επαναλάβατε το ίδιο στην ταράτσα
μέχρι ‘’οι μέρες που στέκονται μπροστά σας’’
να ψοφήσουν τελείως
και να μείνετε μονάχοι με τα γυμνά
βρόμικα πόδια σας.
3
Με το κουταλάκι του γλυκού
μάζεψα με προσοχή λίγη αγάπη που χύθηκε στο τραπέζι
την ξανάβαλα στο γυάλινο βάζο με τις αυταπάτες
Μέχρι να δύση ο ήλιος
έπλυνα τα χρωματιστά ρούχα
και τα άπλωσα στην ταράτσα
καθώς έσταζαν τα νερά
από κάτω η φωτισμένη κίτρινη πόλη
Δεν κατάλαβα πότε ξεκίνησε η βροχή.
4
Καθώς καμπυλώνεται ο χρόνος
κι απέναντι προβάλλει η άνοιξη
Εδώ
μέσα στα τσιμέντα και τους ρύπους
ζεστή τη μέρα
παγωμένη τη νύχτα
η πόλη ακίνητη
σε καραντίνα ευτυχίας
μακαρίζει τη ματαιοδοξία της.
5
Αργά το απόγευμα
την ώρα που η μέρα γίνεται νύχτα
και στα χωριά
πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα
οι γυναίκες βράζουν το γάλα
και οι άντρες τρώνε βιαστικά
για να πάνε στο καφενείο
το κρύο του χειμώνα είναι ζεστό
Σχεδόν νύχτα πια
είναι η καλύτερη ώρα για να γίνεις σιωπή
να κοιτάξεις τον κουρνιαχτό της ζωής σου
και να κοιμηθείς ήσυχα
αύριο, έτσι κι αλλιώς δεν θα είναι μια καινούργια μέρα.
6
Αποσπάσματα συνειρμοί
σκέψεις που περνούν και χάνονται
ερεθίσματα των αισθήσεων
που μας καθήλωσαν και έφυγαν
ξαναγύρισαν, έμειναν στη μνήμη μας
Θραύσματα ενός ανολοκλήρωτου κόσμου
μιας βιαστικής ζωής
Αυτά που δεν προλάβαμε να αγαπήσουμε
Αυτά που ξαφνικά φωτίζουν την ύπαρξη μας
Αυτά που περιμένουμε να φέρει η άνοιξη ή κάποιος άλλος.
7
Χαμογέλασες από μακριά για να σε γνωρίσω
Όλα ίδια όπως πριν τρία ή τέσσερα χρόνια
που ξαναειδωθήκαμε τυχαία
την ίδια μέρα, στον ίδιο δρόμο, μπροστά στο ίδιο παρτέρι.
Τα ίδια πουλιά όπως και τώρα χάζευαν αφηρημένα την άνοιξη.
Η λάμψη σου θολή
όμως λάμψη
Γύρισες λίγο για να φύγει ο ήλιος από τα μάτια σου
και να με δεις καθαρά
Σίγουρα γερασμένος
χωρίς καινούργια ρούχα
με κατάλαβες αμέσως
Φαινόσουν χαρούμενη και σίγουρη για τον εαυτό σου
Ξεφλουδίσαμε βιαστικά τις λέξεις
της άξαφνης συνάντησης
Γύρισες στους φίλους σου
Κι εγώ συνέχισα να χαζεύω την άνοιξη.
8
Στο Δρόμο / Επαρχία / Σαν μαγεμένος
Έγκλειστοι των Αθηνών
Βιογραφικό σημείωμα / Βεβαιώσεις και Αποδείξεις / Πιστοποίηση
Φτιάξτε μου Σύνορα
Αγενείς
Ξεφλουδίσαμε βιαστικά τις λέξεις
Μαύρισες, που ήσουνα;
Τι κάνεις τώρα; / Ότι έκανα πάντα
Βαρέθηκα / Έλα γκρινιάρη
Μπορεί να ανακαλύψεις συναισθήματα που δεν ήξερες ότι υπάρχουν
Δεν θέλω να ζω μόνο στις εκδρομές
Τα λέμε / Φιλάκια
Συγνώμη που χθες έφυγα τόσο βιαστικά αλλά το επόμενο τρένο ήταν σε 20’
Εκεί είναι αλλιώς, επικίνδυνα
Κύρια Πρόεδρε πως μιλάει έτσι ο μάρτυς; / Ησυχία παρακαλώ!
Κάθισες πάνω μου σαν κόσμημα
Σε ευχαριστώ μωρό μου
Δε γίνεται αυτό
Δεν θα περάσει / Διεκδικούμε / Φονιάδες των λαών
Ταιριάζεις τόσο με το χώρο
Η επαναχρησιμοποίηση είναι η λύση όχι η ανακύκλωση
Σας ευχαριστούμε
ΦΩΤΑ9 04|07 στο δρόμο


ΦΩΤΑ9 04|07 κείμενα
1
Σ' ένα κόσμο ανοίκειο και ξένο
με τις αισθήσεις μας πυρπολημένες
από την καταιγιστική και ακατανόητη πραγματικότητα
κολλημένοι σαν βδέλλες
στην ασφάλεια της ανάγκης και της συνήθειας
Προσαρμοζόμαστε συνεχώς σ' αυτό που φέρνει η τύχη
και χάνουμε -για πάντα- αυτό που κάποτε
προσπάθησε ν’ ανθήσει.
2
Μια θλίψη
άσχετη από των εποχών την ταπεινότητα
συνθλίβει τις αισθήσεις μου
άρρητα και βουβά
όλα γίνονται εικόνες
προβολές φωτός
κόκκινα μάτια μπροστά σε pixels που αναβοσβήνουν
Περπατώ
Πίσω μου σέρνονται
τα παιδικά παιγνίδια μου
στους ίδιους δρόμους
προσπερνώ τους ίδιους κουρασμένους ανθρώπους
γερασμένους από το μέλλον τους
Λοξοκοιτάτε βιαστικά
πότε
χορέψατε με πόδια γυμνά
στις πλάκες ή στο παρκέ του σπιτιού σας
επαναλάβατε το ίδιο στην ταράτσα
μέχρι ‘’οι μέρες που στέκονται μπροστά σας’’
να ψοφήσουν τελείως
και να μείνετε μονάχοι με τα γυμνά
βρόμικα πόδια σας.
3
Με το κουταλάκι του γλυκού
μάζεψα με προσοχή λίγη αγάπη που χύθηκε στο τραπέζι
την ξανάβαλα στο γυάλινο βάζο με τις αυταπάτες
Μέχρι να δύση ο ήλιος
έπλυνα τα χρωματιστά ρούχα
και τα άπλωσα στην ταράτσα
καθώς έσταζαν τα νερά
από κάτω η φωτισμένη κίτρινη πόλη
Δεν κατάλαβα πότε ξεκίνησε η βροχή.
4
Καθώς καμπυλώνεται ο χρόνος
κι απέναντι προβάλλει η άνοιξη
Εδώ
μέσα στα τσιμέντα και τους ρύπους
ζεστή τη μέρα
παγωμένη τη νύχτα
η πόλη ακίνητη
σε καραντίνα ευτυχίας
μακαρίζει τη ματαιοδοξία της.
5
Αργά το απόγευμα
την ώρα που η μέρα γίνεται νύχτα
και στα χωριά
πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα
οι γυναίκες βράζουν το γάλα
και οι άντρες τρώνε βιαστικά
για να πάνε στο καφενείο
το κρύο του χειμώνα είναι ζεστό
Σχεδόν νύχτα πια
είναι η καλύτερη ώρα για να γίνεις σιωπή
να κοιτάξεις τον κουρνιαχτό της ζωής σου
και να κοιμηθείς ήσυχα
αύριο, έτσι κι αλλιώς δεν θα είναι μια καινούργια μέρα.
6
Αποσπάσματα συνειρμοί
σκέψεις που περνούν και χάνονται
ερεθίσματα των αισθήσεων
που μας καθήλωσαν και έφυγαν
ξαναγύρισαν, έμειναν στη μνήμη μας
Θραύσματα ενός ανολοκλήρωτου κόσμου
μιας βιαστικής ζωής
Αυτά που δεν προλάβαμε να αγαπήσουμε
Αυτά που ξαφνικά φωτίζουν την ύπαρξη μας
Αυτά που περιμένουμε να φέρει η άνοιξη ή κάποιος άλλος.
7
Χαμογέλασες από μακριά για να σε γνωρίσω
Όλα ίδια όπως πριν τρία ή τέσσερα χρόνια
που ξαναειδωθήκαμε τυχαία
την ίδια μέρα, στον ίδιο δρόμο, μπροστά στο ίδιο παρτέρι.
Τα ίδια πουλιά όπως και τώρα χάζευαν αφηρημένα την άνοιξη.
Η λάμψη σου θολή
όμως λάμψη
Γύρισες λίγο για να φύγει ο ήλιος από τα μάτια σου
και να με δεις καθαρά
Σίγουρα γερασμένος
χωρίς καινούργια ρούχα
με κατάλαβες αμέσως
Φαινόσουν χαρούμενη και σίγουρη για τον εαυτό σου
Ξεφλουδίσαμε βιαστικά τις λέξεις
της άξαφνης συνάντησης
Γύρισες στους φίλους σου
Κι εγώ συνέχισα να χαζεύω την άνοιξη.
8
Στο Δρόμο / Επαρχία / Σαν μαγεμένος
Έγκλειστοι των Αθηνών
Βιογραφικό σημείωμα / Βεβαιώσεις και Αποδείξεις / Πιστοποίηση
Φτιάξτε μου Σύνορα
Αγενείς
Ξεφλουδίσαμε βιαστικά τις λέξεις
Μαύρισες, που ήσουνα;
Τι κάνεις τώρα; / Ότι έκανα πάντα
Βαρέθηκα / Έλα γκρινιάρη
Μπορεί να ανακαλύψεις συναισθήματα που δεν ήξερες ότι υπάρχουν
Δεν θέλω να ζω μόνο στις εκδρομές
Τα λέμε / Φιλάκια
Συγνώμη που χθες έφυγα τόσο βιαστικά αλλά το επόμενο τρένο ήταν σε 20’
Εκεί είναι αλλιώς, επικίνδυνα
Κύρια Πρόεδρε πως μιλάει έτσι ο μάρτυς; / Ησυχία παρακαλώ!
Κάθισες πάνω μου σαν κόσμημα
Σε ευχαριστώ μωρό μου
Δε γίνεται αυτό
Δεν θα περάσει / Διεκδικούμε / Φονιάδες των λαών
Ταιριάζεις τόσο με το χώρο
Η επαναχρησιμοποίηση είναι η λύση όχι η ανακύκλωση
Σας ευχαριστούμε
Σ' ένα κόσμο ανοίκειο και ξένο
με τις αισθήσεις μας πυρπολημένες
από την καταιγιστική και ακατανόητη πραγματικότητα
κολλημένοι σαν βδέλλες
στην ασφάλεια της ανάγκης και της συνήθειας
Προσαρμοζόμαστε συνεχώς σ' αυτό που φέρνει η τύχη
και χάνουμε -για πάντα- αυτό που κάποτε
προσπάθησε ν’ ανθήσει.
2
Μια θλίψη
άσχετη από των εποχών την ταπεινότητα
συνθλίβει τις αισθήσεις μου
άρρητα και βουβά
όλα γίνονται εικόνες
προβολές φωτός
κόκκινα μάτια μπροστά σε pixels που αναβοσβήνουν
Περπατώ
Πίσω μου σέρνονται
τα παιδικά παιγνίδια μου
στους ίδιους δρόμους
προσπερνώ τους ίδιους κουρασμένους ανθρώπους
γερασμένους από το μέλλον τους
Λοξοκοιτάτε βιαστικά
πότε
χορέψατε με πόδια γυμνά
στις πλάκες ή στο παρκέ του σπιτιού σας
επαναλάβατε το ίδιο στην ταράτσα
μέχρι ‘’οι μέρες που στέκονται μπροστά σας’’
να ψοφήσουν τελείως
και να μείνετε μονάχοι με τα γυμνά
βρόμικα πόδια σας.
3
Με το κουταλάκι του γλυκού
μάζεψα με προσοχή λίγη αγάπη που χύθηκε στο τραπέζι
την ξανάβαλα στο γυάλινο βάζο με τις αυταπάτες
Μέχρι να δύση ο ήλιος
έπλυνα τα χρωματιστά ρούχα
και τα άπλωσα στην ταράτσα
καθώς έσταζαν τα νερά
από κάτω η φωτισμένη κίτρινη πόλη
Δεν κατάλαβα πότε ξεκίνησε η βροχή.
4
Καθώς καμπυλώνεται ο χρόνος
κι απέναντι προβάλλει η άνοιξη
Εδώ
μέσα στα τσιμέντα και τους ρύπους
ζεστή τη μέρα
παγωμένη τη νύχτα
η πόλη ακίνητη
σε καραντίνα ευτυχίας
μακαρίζει τη ματαιοδοξία της.
5
Αργά το απόγευμα
την ώρα που η μέρα γίνεται νύχτα
και στα χωριά
πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα
οι γυναίκες βράζουν το γάλα
και οι άντρες τρώνε βιαστικά
για να πάνε στο καφενείο
το κρύο του χειμώνα είναι ζεστό
Σχεδόν νύχτα πια
είναι η καλύτερη ώρα για να γίνεις σιωπή
να κοιτάξεις τον κουρνιαχτό της ζωής σου
και να κοιμηθείς ήσυχα
αύριο, έτσι κι αλλιώς δεν θα είναι μια καινούργια μέρα.
6
Αποσπάσματα συνειρμοί
σκέψεις που περνούν και χάνονται
ερεθίσματα των αισθήσεων
που μας καθήλωσαν και έφυγαν
ξαναγύρισαν, έμειναν στη μνήμη μας
Θραύσματα ενός ανολοκλήρωτου κόσμου
μιας βιαστικής ζωής
Αυτά που δεν προλάβαμε να αγαπήσουμε
Αυτά που ξαφνικά φωτίζουν την ύπαρξη μας
Αυτά που περιμένουμε να φέρει η άνοιξη ή κάποιος άλλος.
7
Χαμογέλασες από μακριά για να σε γνωρίσω
Όλα ίδια όπως πριν τρία ή τέσσερα χρόνια
που ξαναειδωθήκαμε τυχαία
την ίδια μέρα, στον ίδιο δρόμο, μπροστά στο ίδιο παρτέρι.
Τα ίδια πουλιά όπως και τώρα χάζευαν αφηρημένα την άνοιξη.
Η λάμψη σου θολή
όμως λάμψη
Γύρισες λίγο για να φύγει ο ήλιος από τα μάτια σου
και να με δεις καθαρά
Σίγουρα γερασμένος
χωρίς καινούργια ρούχα
με κατάλαβες αμέσως
Φαινόσουν χαρούμενη και σίγουρη για τον εαυτό σου
Ξεφλουδίσαμε βιαστικά τις λέξεις
της άξαφνης συνάντησης
Γύρισες στους φίλους σου
Κι εγώ συνέχισα να χαζεύω την άνοιξη.
8
Στο Δρόμο / Επαρχία / Σαν μαγεμένος
Έγκλειστοι των Αθηνών
Βιογραφικό σημείωμα / Βεβαιώσεις και Αποδείξεις / Πιστοποίηση
Φτιάξτε μου Σύνορα
Αγενείς
Ξεφλουδίσαμε βιαστικά τις λέξεις
Μαύρισες, που ήσουνα;
Τι κάνεις τώρα; / Ότι έκανα πάντα
Βαρέθηκα / Έλα γκρινιάρη
Μπορεί να ανακαλύψεις συναισθήματα που δεν ήξερες ότι υπάρχουν
Δεν θέλω να ζω μόνο στις εκδρομές
Τα λέμε / Φιλάκια
Συγνώμη που χθες έφυγα τόσο βιαστικά αλλά το επόμενο τρένο ήταν σε 20’
Εκεί είναι αλλιώς, επικίνδυνα
Κύρια Πρόεδρε πως μιλάει έτσι ο μάρτυς; / Ησυχία παρακαλώ!
Κάθισες πάνω μου σαν κόσμημα
Σε ευχαριστώ μωρό μου
Δε γίνεται αυτό
Δεν θα περάσει / Διεκδικούμε / Φονιάδες των λαών
Ταιριάζεις τόσο με το χώρο
Η επαναχρησιμοποίηση είναι η λύση όχι η ανακύκλωση
Σας ευχαριστούμε
ΦΩΤΑ8 08|06 με αφορμή το χρόνο μέρος ΙΙ -η πόλη από κάτω-


ΦΩΤΑ8 08|06 κείμενα
Ο Χρόνος γίνεται Χώρος (ή pixels)
Φωτογραφίζοντας επαναλαμβανόμενα το ίδιο θέμα, αυξάνοντας τον χρόνο έκθεσης στο φως, αποκαλύπτονται(;) οι δυνατότητες της φωτογραφικής καταγραφής σε σχέση με την στιγμιαία καταγραφή της ανθρώπινης όρασης.
Κάθε φωτογραφία περιέχει διαφορετική χρονική διάρκεια, (...1/60’, 60’’, 360’’, 60’ ...) προβαλλόμενη όμως στο ίδιο χωρικό πλαίσιο. Αυτή η εγγενής δυνατότητα της φωτογραφικής πράξης μπορεί να μας οδηγήσει σε μια διαφορετική θεώρηση της ροής του χρόνου. Δεν πρόκειται απλώς για τον χρόνο που περνά, δηλαδή για μια γραμμική αλληλουχία γεγονότων, αλλά για ένα διαρκές παρόν, όπου ο χρόνος γίνεται χώρος. Ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται, όπως η σπείρα, το 24ώρο, η διαδοχή των εποχών.
Και έτσι, παίζοντας με τις περιορισμένες δυνατότητες του φωτογραφικού προγράμματος και ουσιαστικά εξαντλώντας το μέσα από αυτή την αέναη ροή του φωτός, παίρνουμε διαφορετικές εκδοχές του ίδιου θέματος και δίνουμε χώρο στηνλανθάνουσα ενέργεια που κουβαλά ο κόσμος που μας τριγυρίζει. Aφήνοντας ουσιαστικά ανεξέλεγκτο το ποτάμι φωτός να σαρώνει την φωτοευαίσθητη επιφάνεια, ίσως επιστρέφουμε στην αρχαία μαγεία, που μας ξανοίγει στο υπερφυσικό και μας ελαφρώνει από το φόβο του θανάτου.
Ανήσυχοι και γεμάτοι απορίες, ψάχνουμε χωρίς μελοδραματισμούς, ‘’αποφασιστικές στιγμές’’ και ‘’φωτογραφικά ντοκουμέντα’’, για την ανάσα της σιωπής και για την ομορφιά. Εξερευνώντας το Άγνωστο μέρος του γνωστού. Tο Αόρατο του ορατού.
ΤΟΣΗΕΝΕΡΓΕΙΑΣΠΑΤΑΛΗΜΕΝΗ
Το καλοκαίρι πυρώνει τα τσιμέντα
ο Δρόμος είναι η μόνη Διέξοδος
Οι άνθρωποι χρωματιστά pixels
μιας ρευστής πραγματικότητας
Μπορεί να μην κάναμε τίποτα
για να αλλάξει ο κόσμος
Αλλά τουλάχιστον λάμπουμε γυμνοί
Την ώρα που δύουν και οι τελευταίες ελπίδες μας
Λίγο πριν πουλήσουμε τη ψυχή μας στο Διάβολο.
Μοναδικοί μάρτυρες της ομορφιάς μας
Ήρωες του προσωπικού μας έπους
Που δεν αφορά κανέναν.
Όλοι μιλούν με βεβαιότητες
Γνωρίζουν την Αρχή και το Τέλος;
Το αναγνωρίζεις,
στο σταθερό τους βλέμμα
Στις αργές συσπάσεις των χειλιών τους,
καθώς ξεφλουδίζουν τις άγουρες λέξεις
Στην αυτάρεσκη σιγουριά τους
Στο ελαφρύ τους μειδίαμα
Και γω που νόμιζα πως μόνο τα μήλα πέφτουν
Ω Αγία Βαρύτητα!
Πως να χωρέσω τόση Γη...
Και πάλι πετώ μια μικρή, στρογγυλή πέτρα στη θάλασσα.
Και περιμένω να σηκωθεί τρικυμία
Να αφρίσει το πέλαγος
O ήλιος να κάψει το νερό
Στα βράχια να στεγνώσει το αλάτι.
Την βλέπω να βυθίζεται στα διάφανα νερά
Αναταράσσει για λίγο την άμμο
Ακουμπάει πάνω της
Και μένει εκεί.
Ησυχία.
Τίποτα άλλο δεν κουνήθηκε
στον ορατό κόσμο των Ανθρώπων.
Το Καλοκαίρι έμεινε Καλοκαίρι
Φωτογραφίζοντας επαναλαμβανόμενα το ίδιο θέμα, αυξάνοντας τον χρόνο έκθεσης στο φως, αποκαλύπτονται(;) οι δυνατότητες της φωτογραφικής καταγραφής σε σχέση με την στιγμιαία καταγραφή της ανθρώπινης όρασης.
Κάθε φωτογραφία περιέχει διαφορετική χρονική διάρκεια, (...1/60’, 60’’, 360’’, 60’ ...) προβαλλόμενη όμως στο ίδιο χωρικό πλαίσιο. Αυτή η εγγενής δυνατότητα της φωτογραφικής πράξης μπορεί να μας οδηγήσει σε μια διαφορετική θεώρηση της ροής του χρόνου. Δεν πρόκειται απλώς για τον χρόνο που περνά, δηλαδή για μια γραμμική αλληλουχία γεγονότων, αλλά για ένα διαρκές παρόν, όπου ο χρόνος γίνεται χώρος. Ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται, όπως η σπείρα, το 24ώρο, η διαδοχή των εποχών.
Και έτσι, παίζοντας με τις περιορισμένες δυνατότητες του φωτογραφικού προγράμματος και ουσιαστικά εξαντλώντας το μέσα από αυτή την αέναη ροή του φωτός, παίρνουμε διαφορετικές εκδοχές του ίδιου θέματος και δίνουμε χώρο στηνλανθάνουσα ενέργεια που κουβαλά ο κόσμος που μας τριγυρίζει. Aφήνοντας ουσιαστικά ανεξέλεγκτο το ποτάμι φωτός να σαρώνει την φωτοευαίσθητη επιφάνεια, ίσως επιστρέφουμε στην αρχαία μαγεία, που μας ξανοίγει στο υπερφυσικό και μας ελαφρώνει από το φόβο του θανάτου.
Ανήσυχοι και γεμάτοι απορίες, ψάχνουμε χωρίς μελοδραματισμούς, ‘’αποφασιστικές στιγμές’’ και ‘’φωτογραφικά ντοκουμέντα’’, για την ανάσα της σιωπής και για την ομορφιά. Εξερευνώντας το Άγνωστο μέρος του γνωστού. Tο Αόρατο του ορατού.
συνεχίζεται
ΤΟΣΗΕΝΕΡΓΕΙΑΣΠΑΤΑΛΗΜΕΝΗ
Το καλοκαίρι πυρώνει τα τσιμέντα
ο Δρόμος είναι η μόνη Διέξοδος
Οι άνθρωποι χρωματιστά pixels
μιας ρευστής πραγματικότητας
Μπορεί να μην κάναμε τίποτα
για να αλλάξει ο κόσμος
Αλλά τουλάχιστον λάμπουμε γυμνοί
Την ώρα που δύουν και οι τελευταίες ελπίδες μας
Λίγο πριν πουλήσουμε τη ψυχή μας στο Διάβολο.
Μοναδικοί μάρτυρες της ομορφιάς μας
Ήρωες του προσωπικού μας έπους
Που δεν αφορά κανέναν.
Όλοι μιλούν με βεβαιότητες
Γνωρίζουν την Αρχή και το Τέλος;
Το αναγνωρίζεις,
στο σταθερό τους βλέμμα
Στις αργές συσπάσεις των χειλιών τους,
καθώς ξεφλουδίζουν τις άγουρες λέξεις
Στην αυτάρεσκη σιγουριά τους
Στο ελαφρύ τους μειδίαμα
Και γω που νόμιζα πως μόνο τα μήλα πέφτουν
Ω Αγία Βαρύτητα!
Πως να χωρέσω τόση Γη...
Και πάλι πετώ μια μικρή, στρογγυλή πέτρα στη θάλασσα.
Και περιμένω να σηκωθεί τρικυμία
Να αφρίσει το πέλαγος
O ήλιος να κάψει το νερό
Στα βράχια να στεγνώσει το αλάτι.
Την βλέπω να βυθίζεται στα διάφανα νερά
Αναταράσσει για λίγο την άμμο
Ακουμπάει πάνω της
Και μένει εκεί.
Ησυχία.
Τίποτα άλλο δεν κουνήθηκε
στον ορατό κόσμο των Ανθρώπων.
Το Καλοκαίρι έμεινε Καλοκαίρι
Το κύμα μόλις που ακούγεται.
Στην Ανδρομέδα κανείς δεν έμαθε τίποτα.
Ούτε που κατάλαβαν πως πέρασα δίπλα τους
Πηγαίνοντας όπως και χθες εκεί που πουλάνε τα χρώματα
‘’Προσοχή χρώματα’’
Μην φοβάστε φεύγουν αμέσως με νερό.
Στην Ανδρομέδα κανείς δεν έμαθε τίποτα.
Ούτε που κατάλαβαν πως πέρασα δίπλα τους
Πηγαίνοντας όπως και χθες εκεί που πουλάνε τα χρώματα
‘’Προσοχή χρώματα’’
Μην φοβάστε φεύγουν αμέσως με νερό.
ΦΩΤΑ8 08|06 κείμενα
Ο Χρόνος γίνεται Χώρος (ή pixels)
Φωτογραφίζοντας επαναλαμβανόμενα το ίδιο θέμα, αυξάνοντας τον χρόνο έκθεσης στο φως, αποκαλύπτονται(;) οι δυνατότητες της φωτογραφικής καταγραφής σε σχέση με την στιγμιαία καταγραφή της ανθρώπινης όρασης.
Κάθε φωτογραφία περιέχει διαφορετική χρονική διάρκεια, (...1/60’, 60’’, 360’’, 60’ ...) προβαλλόμενη όμως στο ίδιο χωρικό πλαίσιο. Αυτή η εγγενής δυνατότητα της φωτογραφικής πράξης μπορεί να μας οδηγήσει σε μια διαφορετική θεώρηση της ροής του χρόνου. Δεν πρόκειται απλώς για τον χρόνο που περνά, δηλαδή για μια γραμμική αλληλουχία γεγονότων, αλλά για ένα διαρκές παρόν, όπου ο χρόνος γίνεται χώρος. Ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται, όπως η σπείρα, το 24ώρο, η διαδοχή των εποχών.
Και έτσι, παίζοντας με τις περιορισμένες δυνατότητες του φωτογραφικού προγράμματος και ουσιαστικά εξαντλώντας το μέσα από αυτή την αέναη ροή του φωτός, παίρνουμε διαφορετικές εκδοχές του ίδιου θέματος και δίνουμε χώρο στην λανθάνουσα ενέργεια που κουβαλά ο κόσμος που μας τριγυρίζει. Aφήνοντας ουσιαστικά ανεξέλεγκτο το ποτάμι φωτός να σαρώνει την φωτοευαίσθητη επιφάνεια, ίσως επιστρέφουμε στην αρχαία μαγεία, που μας ξανοίγει στο υπερφυσικό και μας ελαφρώνει από το φόβο του θανάτου.
Ανήσυχοι και γεμάτοι απορίες, ψάχνουμε χωρίς μελοδραματισμούς, ‘’αποφασιστικές στιγμές’’ και ‘’φωτογραφικά ντοκουμέντα’’, για την ανάσα της σιωπής και για την ομορφιά. Εξερευνώντας το Άγνωστο μέρος του γνωστού. Tο Αόρατο του ορατού.
ΤΟΣΗΕΝΕΡΓΕΙΑΣΠΑΤΑΛΗΜΕΝΗ
Το καλοκαίρι πυρώνει τα τσιμέντα
ο Δρόμος είναι η μόνη Διέξοδος
Οι άνθρωποι χρωματιστά pixels
μιας ρευστής πραγματικότητας
Μπορεί να μην κάναμε τίποτα
για να αλλάξει ο κόσμος
Αλλά τουλάχιστον λάμπουμε γυμνοί
Την ώρα που δύουν και οι τελευταίες ελπίδες μας
Λίγο πριν πουλήσουμε τη ψυχή μας στο Διάβολο.
Μοναδικοί μάρτυρες της ομορφιάς μας
Ήρωες του προσωπικού μας έπους
Που δεν αφορά κανέναν.
Όλοι μιλούν με βεβαιότητες
Γνωρίζουν την Αρχή και το Τέλος;
Το αναγνωρίζεις,
στο σταθερό τους βλέμμα
Στις αργές συσπάσεις των χειλιών τους,
καθώς ξεφλουδίζουν τις άγουρες λέξεις
Στην αυτάρεσκη σιγουριά τους
Στο ελαφρύ τους μειδίαμα
Και γω που νόμιζα πως μόνο τα μήλα πέφτουν
Ω Αγία Βαρύτητα!
Πως να χωρέσω τόση Γη...
Και πάλι πετώ μια μικρή, στρογγυλή πέτρα στη θάλασσα.
Και περιμένω να σηκωθεί τρικυμία
Να αφρίσει το πέλαγος
O ήλιος να κάψει το νερό
Στα βράχια να στεγνώσει το αλάτι.
Την βλέπω να βυθίζεται στα διάφανα νερά
Αναταράσσει για λίγο την άμμο
Ακουμπάει πάνω της
Και μένει εκεί.
Ησυχία.
Τίποτα άλλο δεν κουνήθηκε
στον ορατό κόσμο των Ανθρώπων.
Το Καλοκαίρι έμεινε Καλοκαίρι
Φωτογραφίζοντας επαναλαμβανόμενα το ίδιο θέμα, αυξάνοντας τον χρόνο έκθεσης στο φως, αποκαλύπτονται(;) οι δυνατότητες της φωτογραφικής καταγραφής σε σχέση με την στιγμιαία καταγραφή της ανθρώπινης όρασης.
Κάθε φωτογραφία περιέχει διαφορετική χρονική διάρκεια, (...1/60’, 60’’, 360’’, 60’ ...) προβαλλόμενη όμως στο ίδιο χωρικό πλαίσιο. Αυτή η εγγενής δυνατότητα της φωτογραφικής πράξης μπορεί να μας οδηγήσει σε μια διαφορετική θεώρηση της ροής του χρόνου. Δεν πρόκειται απλώς για τον χρόνο που περνά, δηλαδή για μια γραμμική αλληλουχία γεγονότων, αλλά για ένα διαρκές παρόν, όπου ο χρόνος γίνεται χώρος. Ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται, όπως η σπείρα, το 24ώρο, η διαδοχή των εποχών.
Και έτσι, παίζοντας με τις περιορισμένες δυνατότητες του φωτογραφικού προγράμματος και ουσιαστικά εξαντλώντας το μέσα από αυτή την αέναη ροή του φωτός, παίρνουμε διαφορετικές εκδοχές του ίδιου θέματος και δίνουμε χώρο στην λανθάνουσα ενέργεια που κουβαλά ο κόσμος που μας τριγυρίζει. Aφήνοντας ουσιαστικά ανεξέλεγκτο το ποτάμι φωτός να σαρώνει την φωτοευαίσθητη επιφάνεια, ίσως επιστρέφουμε στην αρχαία μαγεία, που μας ξανοίγει στο υπερφυσικό και μας ελαφρώνει από το φόβο του θανάτου.
Ανήσυχοι και γεμάτοι απορίες, ψάχνουμε χωρίς μελοδραματισμούς, ‘’αποφασιστικές στιγμές’’ και ‘’φωτογραφικά ντοκουμέντα’’, για την ανάσα της σιωπής και για την ομορφιά. Εξερευνώντας το Άγνωστο μέρος του γνωστού. Tο Αόρατο του ορατού.
συνεχίζεται
ΤΟΣΗΕΝΕΡΓΕΙΑΣΠΑΤΑΛΗΜΕΝΗ
Το καλοκαίρι πυρώνει τα τσιμέντα
ο Δρόμος είναι η μόνη Διέξοδος
Οι άνθρωποι χρωματιστά pixels
μιας ρευστής πραγματικότητας
Μπορεί να μην κάναμε τίποτα
για να αλλάξει ο κόσμος
Αλλά τουλάχιστον λάμπουμε γυμνοί
Την ώρα που δύουν και οι τελευταίες ελπίδες μας
Λίγο πριν πουλήσουμε τη ψυχή μας στο Διάβολο.
Μοναδικοί μάρτυρες της ομορφιάς μας
Ήρωες του προσωπικού μας έπους
Που δεν αφορά κανέναν.
Όλοι μιλούν με βεβαιότητες
Γνωρίζουν την Αρχή και το Τέλος;
Το αναγνωρίζεις,
στο σταθερό τους βλέμμα
Στις αργές συσπάσεις των χειλιών τους,
καθώς ξεφλουδίζουν τις άγουρες λέξεις
Στην αυτάρεσκη σιγουριά τους
Στο ελαφρύ τους μειδίαμα
Και γω που νόμιζα πως μόνο τα μήλα πέφτουν
Ω Αγία Βαρύτητα!
Πως να χωρέσω τόση Γη...
Και πάλι πετώ μια μικρή, στρογγυλή πέτρα στη θάλασσα.
Και περιμένω να σηκωθεί τρικυμία
Να αφρίσει το πέλαγος
O ήλιος να κάψει το νερό
Στα βράχια να στεγνώσει το αλάτι.
Την βλέπω να βυθίζεται στα διάφανα νερά
Αναταράσσει για λίγο την άμμο
Ακουμπάει πάνω της
Και μένει εκεί.
Ησυχία.
Τίποτα άλλο δεν κουνήθηκε
στον ορατό κόσμο των Ανθρώπων.
Το Καλοκαίρι έμεινε Καλοκαίρι
Το κύμα μόλις που ακούγεται.
Στην Ανδρομέδα κανείς δεν έμαθε τίποτα.
Ούτε που κατάλαβαν πως πέρασα δίπλα τους
Πηγαίνοντας όπως και χθες εκεί που πουλάνε τα χρώματα
‘’Προσοχή χρώματα’’
Μην φοβάστε φεύγουν αμέσως με νερό.
Στην Ανδρομέδα κανείς δεν έμαθε τίποτα.
Ούτε που κατάλαβαν πως πέρασα δίπλα τους
Πηγαίνοντας όπως και χθες εκεί που πουλάνε τα χρώματα
‘’Προσοχή χρώματα’’
Μην φοβάστε φεύγουν αμέσως με νερό.
ΦΩΤΑ7 03|06 κείμενα
ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ Ι, ΙΙ
Έρχεται (εισβάλλει;) κάποιος στο σπίτι σου, στο δωμάτιο σου, όχι για μια συνηθισμένη επίσκεψη, αλλά με σκοπό να αποσπάσει εικόνες τις ιδιωτικής ζωής σου. Τα πρώτα λεπτά είναι δύσκολα, ξαφνικά νιώθεις τα χέρια σου, το σώμα σου, ίσως μετανιώνεις που δέχτηκες. Όσο περνά η ώρα όμως καταλαβαίνεις ότι δεν είναι τίποτα φοβερό, ανοίγεσαι και αφήνεσαι έκθετος.
Φωτογράφισα συνηθισμένους ανθρώπους, που δεν είχαν φωτογραφηθεί ξανά. Προσπάθησα να είμαι αποστασιοποιημένος και όσο γίνεται να μην υπάρχω σαν φωτογράφος. Να αρκούμε σε ότι μου επέτρεπε ο φωτογραφιζόμενος, βλέποντας τον σαν μέρος του χώρου. Η σύντομη συνάντηση δεν επιτρέπει περισσότερα, εξάλλου δεν είναι και λίγα αυτά που μπορούν να αποκαλυφθούν.
ΜΕΡΟΣ Ι ±20 (ηλικίες 18-22)
Εκτός από τους φοιτητές της επαρχίας, οι περισσότεροι ζουν με τους γονείς τους· το δωμάτιο τους είναι ο ιδιωτικός τους χώρος. Εξωστρεφείς, θέλουν να δείχνουν τον κόσμο τους. Όλα σημαίνουν, ή θυμίζουν κάτι· η μέχρι τώρα ζωή τους με θαυμαστικό. Η αστική ομοιομορφία απέχει μερικά χρόνια. Συνεχώς χτυπάνε τα τηλέφωνα, κυρίως για να κανονίσουν τη θα κάνουν το βράδυ.
ΜΕΡΟΣ ΙΙ 30+ (ηλικίες 30-35)
Ίσως για αρκετούς είναι η αρχή μιας μακράς ομοιόμορφης περιόδου. Ζουν μόνοι τους, ή με τον (την) σύντροφο τους, οι περισσότεροι δεν έχουν ακόμη παιδιά. Έχουν δεχτεί την αστική κανονικότητα -καναπές, πολυθρόνες, τραπεζαρία- σπίτι καθαρό που κρύβει παρά αποκαλύπτει.
Συνεχώς χτυπάνε τα τηλέφωνα, σε ένα από αυτά σίγουρα η μαμά τους.
Έρχεται (εισβάλλει;) κάποιος στο σπίτι σου, στο δωμάτιο σου, όχι για μια συνηθισμένη επίσκεψη, αλλά με σκοπό να αποσπάσει εικόνες τις ιδιωτικής ζωής σου. Τα πρώτα λεπτά είναι δύσκολα, ξαφνικά νιώθεις τα χέρια σου, το σώμα σου, ίσως μετανιώνεις που δέχτηκες. Όσο περνά η ώρα όμως καταλαβαίνεις ότι δεν είναι τίποτα φοβερό, ανοίγεσαι και αφήνεσαι έκθετος.
Φωτογράφισα συνηθισμένους ανθρώπους, που δεν είχαν φωτογραφηθεί ξανά. Προσπάθησα να είμαι αποστασιοποιημένος και όσο γίνεται να μην υπάρχω σαν φωτογράφος. Να αρκούμε σε ότι μου επέτρεπε ο φωτογραφιζόμενος, βλέποντας τον σαν μέρος του χώρου. Η σύντομη συνάντηση δεν επιτρέπει περισσότερα, εξάλλου δεν είναι και λίγα αυτά που μπορούν να αποκαλυφθούν.
ΜΕΡΟΣ Ι ±20 (ηλικίες 18-22)
Εκτός από τους φοιτητές της επαρχίας, οι περισσότεροι ζουν με τους γονείς τους· το δωμάτιο τους είναι ο ιδιωτικός τους χώρος. Εξωστρεφείς, θέλουν να δείχνουν τον κόσμο τους. Όλα σημαίνουν, ή θυμίζουν κάτι· η μέχρι τώρα ζωή τους με θαυμαστικό. Η αστική ομοιομορφία απέχει μερικά χρόνια. Συνεχώς χτυπάνε τα τηλέφωνα, κυρίως για να κανονίσουν τη θα κάνουν το βράδυ.
ΜΕΡΟΣ ΙΙ 30+ (ηλικίες 30-35)
Ίσως για αρκετούς είναι η αρχή μιας μακράς ομοιόμορφης περιόδου. Ζουν μόνοι τους, ή με τον (την) σύντροφο τους, οι περισσότεροι δεν έχουν ακόμη παιδιά. Έχουν δεχτεί την αστική κανονικότητα -καναπές, πολυθρόνες, τραπεζαρία- σπίτι καθαρό που κρύβει παρά αποκαλύπτει.
Συνεχώς χτυπάνε τα τηλέφωνα, σε ένα από αυτά σίγουρα η μαμά τους.
ΦΩΤΑ7 03|06 Ιδιωτικοί Χώροι


ΦΩΤΑ7 03|06 κείμενα
ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ Ι, ΙΙ
Έρχεται (εισβάλλει;) κάποιος στο σπίτι σου, στο δωμάτιο σου, όχι για μια συνηθισμένη επίσκεψη, αλλά με σκοπό να αποσπάσει εικόνες τις ιδιωτικής ζωής σου. Τα πρώτα λεπτά είναι δύσκολα, ξαφνικά νιώθεις τα χέρια σου, το σώμα σου, ίσως μετανιώνεις που δέχτηκες. Όσο περνά η ώρα όμως καταλαβαίνεις ότι δεν είναι τίποτα φοβερό, ανοίγεσαι και αφήνεσαι έκθετος.
Φωτογράφισα συνηθισμένους ανθρώπους, που δεν είχαν φωτογραφηθεί ξανά. Προσπάθησα να είμαι αποστασιοποιημένος και όσο γίνεται να μην υπάρχω σαν φωτογράφος. Να αρκούμε σε ότι μου επέτρεπε ο φωτογραφιζόμενος, βλέποντας τον σαν μέρος του χώρου. Η σύντομη συνάντηση δεν επιτρέπει περισσότερα, εξάλλου δεν είναι και λίγα αυτά που μπορούν να αποκαλυφθούν.
ΜΕΡΟΣ Ι ±20 (ηλικίες 18-22)
Εκτός από τους φοιτητές της επαρχίας, οι περισσότεροι ζουν με τους γονείς τους· το δωμάτιο τους είναι ο ιδιωτικός τους χώρος. Εξωστρεφείς, θέλουν να δείχνουν τον κόσμο τους. Όλα σημαίνουν, ή θυμίζουν κάτι· η μέχρι τώρα ζωή τους με θαυμαστικό. Η αστική ομοιομορφία απέχει μερικά χρόνια. Συνεχώς χτυπάνε τα τηλέφωνα, κυρίως για να κανονίσουν τη θα κάνουν το βράδυ.
ΜΕΡΟΣ ΙΙ 30+ (ηλικίες 30-35)
Ίσως για αρκετούς είναι η αρχή μιας μακράς ομοιόμορφης περιόδου. Ζουν μόνοι τους, ή με τον (την) σύντροφο τους, οι περισσότεροι δεν έχουν ακόμη παιδιά. Έχουν δεχτεί την αστική κανονικότητα -καναπές, πολυθρόνες, τραπεζαρία- σπίτι καθαρό που κρύβει παρά αποκαλύπτει.
Συνεχώς χτυπάνε τα τηλέφωνα, σε ένα από αυτά σίγουρα η μαμά τους.
Έρχεται (εισβάλλει;) κάποιος στο σπίτι σου, στο δωμάτιο σου, όχι για μια συνηθισμένη επίσκεψη, αλλά με σκοπό να αποσπάσει εικόνες τις ιδιωτικής ζωής σου. Τα πρώτα λεπτά είναι δύσκολα, ξαφνικά νιώθεις τα χέρια σου, το σώμα σου, ίσως μετανιώνεις που δέχτηκες. Όσο περνά η ώρα όμως καταλαβαίνεις ότι δεν είναι τίποτα φοβερό, ανοίγεσαι και αφήνεσαι έκθετος.
Φωτογράφισα συνηθισμένους ανθρώπους, που δεν είχαν φωτογραφηθεί ξανά. Προσπάθησα να είμαι αποστασιοποιημένος και όσο γίνεται να μην υπάρχω σαν φωτογράφος. Να αρκούμε σε ότι μου επέτρεπε ο φωτογραφιζόμενος, βλέποντας τον σαν μέρος του χώρου. Η σύντομη συνάντηση δεν επιτρέπει περισσότερα, εξάλλου δεν είναι και λίγα αυτά που μπορούν να αποκαλυφθούν.
ΜΕΡΟΣ Ι ±20 (ηλικίες 18-22)
Εκτός από τους φοιτητές της επαρχίας, οι περισσότεροι ζουν με τους γονείς τους· το δωμάτιο τους είναι ο ιδιωτικός τους χώρος. Εξωστρεφείς, θέλουν να δείχνουν τον κόσμο τους. Όλα σημαίνουν, ή θυμίζουν κάτι· η μέχρι τώρα ζωή τους με θαυμαστικό. Η αστική ομοιομορφία απέχει μερικά χρόνια. Συνεχώς χτυπάνε τα τηλέφωνα, κυρίως για να κανονίσουν τη θα κάνουν το βράδυ.
ΜΕΡΟΣ ΙΙ 30+ (ηλικίες 30-35)
Ίσως για αρκετούς είναι η αρχή μιας μακράς ομοιόμορφης περιόδου. Ζουν μόνοι τους, ή με τον (την) σύντροφο τους, οι περισσότεροι δεν έχουν ακόμη παιδιά. Έχουν δεχτεί την αστική κανονικότητα -καναπές, πολυθρόνες, τραπεζαρία- σπίτι καθαρό που κρύβει παρά αποκαλύπτει.
Συνεχώς χτυπάνε τα τηλέφωνα, σε ένα από αυτά σίγουρα η μαμά τους.
ΦΩΤΑ6 12|05 κείμενα
Πως αντιλαμβανόμαστε το χρόνο (πόση διάρκεια έχει μια στιγμή;)
Πόσες πολυκατοικίες θα χτίσουν ακόμη στην Κυψέλη;
Όταν σου λέω σ΄αγαπώ καταλαβαίνω τι λέω;
Ταξιδεύω για να ξεπεράσω το φόβο;
Τι γυρεύω στη πόλη;
Έξω, βρέχει ένα δύσκολο χειμώνα.
Χαμένος (ακόμη) σε παιδικές φαντασιώσεις, συνειρμούς και όνειρα
προσπαθώ να καταλάβω.
Ανοησίες και απλοϊκές σκέψεις -ίσως-
γι’ αυτούς που δεν έμαθαν τα βασικά.
Βλέπω κι εσάς, που με όλη σας την ύπαρξη δείχνετε να τα γνωρίζετε.
Ευλογημένοι να είσαστε όλοι εσείς οι επιτυχημένοι εκεί έξω.
Zώντας την ασφάλεια της ήττας,
απολαμβάνω τη θαλπωρή της ελευθερίας.
Αφιερωμένο, σε αυτούς που δεν ξέρουν τι θέλουν
και με μάτια πυρωμένα χαζεύουν το άπειρο.
Φωτογραφίζοντας επαναλαμβανόμενα το ίδιο ακριβώς σημείο, την ώρα που αλλάζει το φως (αλλά και πολλές από τις δραστηριότητες των ανθρώπων και της πόλης) καθώς σκοτεινιάζει, στη φωτογραφία εμφανίζονται ή εξαφανίζονται στοιχεία που με τα μάτια μας αντιλαμβανόμαστε εντελώς διαφορετικά:
10’’ της πορείας ενός αυτοκινήτου γίνονται μια στιγμή, απλωμένα ρούχα εξαφανίζονται, το φως από το παρελθόν ενός αστέρα γίνεται μια φωτεινή γραμμή.
Ενώ ο τρόπος που βλέπουμε μας δεσμεύει -η ανθρώπινη θέαση του κόσμου- στην γραμμική ροή του χρόνου, παρελθόν - παρόν - μέλλον:
η φωτογραφία μπορεί να γίνει οθόνη που πάνω της προβάλλονται όλα ταυτόχρονα.
Χωρίς εξηγήσεις και απαντήσεις
παμπάλαιος και σίγουρος
ο χειμώνας ήρθε, για άλλη μια φορά.
Η πόλη κλεισμένη μέσα μου
Ασφυξία.
Οι πέτρες και το χώμα που κουβαλώ μαζί μου κουράστηκαν
Τα φοβισμένα σκυλιά ψάχνουν στους κάδους για λίγη αγάπη
‘’Μεγαλώνουμε με φόβο και αγάπη’’
εδώ και κάτι ώρες -από τότε που στοιχήθηκαν οι αιώνες-
κερδίζει ο φόβος
Η αγάπη φυσάει τις τρίχες στο στήθος μου
και γλύφει τις πληγές μου.
Όμως ο φόβος υπάρχει παντού
στα φανάρια, στα μαγνητόφωνα των αυτοκινήτων,
στις φωτογραφίες των περιοδικών,
στο άδειο βλέμμα των ανθρώπων που μιλούν,
αλλά δεν μπορούν να μιλήσουν,
στο ‘’ξαναπάρτε αργότερα, ή θα σας τηλεφωνήσουμε εμείς’’,
στη σιωπή.
Σε ποιόν γαλαξία γυρίζουν τ΄ αστέρια σου;
Κραυγές βουβές, χωρίς ήχο και φως, μαυρίζουν το σκοτάδι.
Όλα μοιάζουν ίδια με πέρσι, οι άνθρωποι, οι δουλειές, η πόλη.
Χωρίς ψευδαισθήσεις (πια) πρέπει να βγει η χρονιά.
Με μερικές νύχτες που ο ουρανός θα φλέγεται και τα αστέρια, επίμονα,
θα φτιάχνουν χρωματιστούς κύκλους γύρω από τον Πολικό Αστέρα
και το χώμα θα είναι χώμα και το νερό νερό.
Πόσες πολυκατοικίες θα χτίσουν ακόμη στην Κυψέλη;
Όταν σου λέω σ΄αγαπώ καταλαβαίνω τι λέω;
Ταξιδεύω για να ξεπεράσω το φόβο;
Τι γυρεύω στη πόλη;
Έξω, βρέχει ένα δύσκολο χειμώνα.
Χαμένος (ακόμη) σε παιδικές φαντασιώσεις, συνειρμούς και όνειρα
προσπαθώ να καταλάβω.
Ανοησίες και απλοϊκές σκέψεις -ίσως-
γι’ αυτούς που δεν έμαθαν τα βασικά.
Βλέπω κι εσάς, που με όλη σας την ύπαρξη δείχνετε να τα γνωρίζετε.
Ευλογημένοι να είσαστε όλοι εσείς οι επιτυχημένοι εκεί έξω.
Zώντας την ασφάλεια της ήττας,
απολαμβάνω τη θαλπωρή της ελευθερίας.
Αφιερωμένο, σε αυτούς που δεν ξέρουν τι θέλουν
και με μάτια πυρωμένα χαζεύουν το άπειρο.
Φωτογραφίζοντας επαναλαμβανόμενα το ίδιο ακριβώς σημείο, την ώρα που αλλάζει το φως (αλλά και πολλές από τις δραστηριότητες των ανθρώπων και της πόλης) καθώς σκοτεινιάζει, στη φωτογραφία εμφανίζονται ή εξαφανίζονται στοιχεία που με τα μάτια μας αντιλαμβανόμαστε εντελώς διαφορετικά:
10’’ της πορείας ενός αυτοκινήτου γίνονται μια στιγμή, απλωμένα ρούχα εξαφανίζονται, το φως από το παρελθόν ενός αστέρα γίνεται μια φωτεινή γραμμή.
Ενώ ο τρόπος που βλέπουμε μας δεσμεύει -η ανθρώπινη θέαση του κόσμου- στην γραμμική ροή του χρόνου, παρελθόν - παρόν - μέλλον:
η φωτογραφία μπορεί να γίνει οθόνη που πάνω της προβάλλονται όλα ταυτόχρονα.
Χωρίς εξηγήσεις και απαντήσεις
παμπάλαιος και σίγουρος
ο χειμώνας ήρθε, για άλλη μια φορά.
Η πόλη κλεισμένη μέσα μου
Ασφυξία.
Οι πέτρες και το χώμα που κουβαλώ μαζί μου κουράστηκαν
Τα φοβισμένα σκυλιά ψάχνουν στους κάδους για λίγη αγάπη
‘’Μεγαλώνουμε με φόβο και αγάπη’’
εδώ και κάτι ώρες -από τότε που στοιχήθηκαν οι αιώνες-
κερδίζει ο φόβος
Η αγάπη φυσάει τις τρίχες στο στήθος μου
και γλύφει τις πληγές μου.
Όμως ο φόβος υπάρχει παντού
στα φανάρια, στα μαγνητόφωνα των αυτοκινήτων,
στις φωτογραφίες των περιοδικών,
στο άδειο βλέμμα των ανθρώπων που μιλούν,
αλλά δεν μπορούν να μιλήσουν,
στο ‘’ξαναπάρτε αργότερα, ή θα σας τηλεφωνήσουμε εμείς’’,
στη σιωπή.
Σε ποιόν γαλαξία γυρίζουν τ΄ αστέρια σου;
Κραυγές βουβές, χωρίς ήχο και φως, μαυρίζουν το σκοτάδι.
Όλα μοιάζουν ίδια με πέρσι, οι άνθρωποι, οι δουλειές, η πόλη.
Χωρίς ψευδαισθήσεις (πια) πρέπει να βγει η χρονιά.
Με μερικές νύχτες που ο ουρανός θα φλέγεται και τα αστέρια, επίμονα,
θα φτιάχνουν χρωματιστούς κύκλους γύρω από τον Πολικό Αστέρα
και το χώμα θα είναι χώμα και το νερό νερό.
ΦΩΤΑ6 12|05 με αφορμη το χρόνο μερος Ι


κείμενα
Πως αντιλαμβανόμαστε το χρόνο (πόση διάρκεια έχει μια στιγμή;)
Πόσες πολυκατοικίες θα χτίσουν ακόμη στην Κυψέλη;
Όταν σου λέω σ΄αγαπώ καταλαβαίνω τι λέω;
Ταξιδεύω για να ξεπεράσω το φόβο;
Τι γυρεύω στη πόλη;
Έξω, βρέχει ένα δύσκολο χειμώνα.
Χαμένος (ακόμη) σε παιδικές φαντασιώσεις, συνειρμούς και όνειρα
προσπαθώ να καταλάβω.
Ανοησίες και απλοϊκές σκέψεις -ίσως-
γι’ αυτούς που δεν έμαθαν τα βασικά.
Βλέπω κι εσάς, που με όλη σας την ύπαρξη δείχνετε να τα γνωρίζετε.
Ευλογημένοι να είσαστε όλοι εσείς οι επιτυχημένοι εκεί έξω.
Zώντας την ασφάλεια της ήττας,
απολαμβάνω τη θαλπωρή της ελευθερίας.
Αφιερωμένο, σε αυτούς που δεν ξέρουν τι θέλουν
και με μάτια πυρωμένα χαζεύουν το άπειρο.
Φωτογραφίζοντας επαναλαμβανόμενα το ίδιο ακριβώς σημείο, την ώρα που αλλάζει το φως (αλλά και πολλές από τις δραστηριότητες των ανθρώπων και της πόλης) καθώς σκοτεινιάζει, στη φωτογραφία εμφανίζονται ή εξαφανίζονται στοιχεία που με τα μάτια μας αντιλαμβανόμαστε εντελώς διαφορετικά:
10’’ της πορείας ενός αυτοκινήτου γίνονται μια στιγμή, απλωμένα ρούχα εξαφανίζονται, το φως από το παρελθόν ενός αστέρα γίνεται μια φωτεινή γραμμή.
Ενώ ο τρόπος που βλέπουμε μας δεσμεύει -η ανθρώπινη θέαση του κόσμου- στην γραμμική ροή του χρόνου, παρελθόν - παρόν - μέλλον:
η φωτογραφία μπορεί να γίνει οθόνη που πάνω της προβάλλονται όλα ταυτόχρονα.
Χωρίς εξηγήσεις και απαντήσεις
παμπάλαιος και σίγουρος
ο χειμώνας ήρθε, για άλλη μια φορά.
Η πόλη κλεισμένη μέσα μου
Ασφυξία.
Οι πέτρες και το χώμα που κουβαλώ μαζί μου κουράστηκαν
Τα φοβισμένα σκυλιά ψάχνουν στους κάδους για λίγη αγάπη
‘’Μεγαλώνουμε με φόβο και αγάπη’’
εδώ και κάτι ώρες -από τότε που στοιχήθηκαν οι αιώνες-
κερδίζει ο φόβος
Η αγάπη φυσάει τις τρίχες στο στήθος μου
και γλύφει τις πληγές μου.
Όμως ο φόβος υπάρχει παντού
στα φανάρια, στα μαγνητόφωνα των αυτοκινήτων,
στις φωτογραφίες των περιοδικών,
στο άδειο βλέμμα των ανθρώπων που μιλούν,
αλλά δεν μπορούν να μιλήσουν,
στο ‘’ξαναπάρτε αργότερα, ή θα σας τηλεφωνήσουμε εμείς’’,
στη σιωπή.
Σε ποιόν γαλαξία γυρίζουν τ΄ αστέρια σου;
Κραυγές βουβές, χωρίς ήχο και φως, μαυρίζουν το σκοτάδι.
Όλα μοιάζουν ίδια με πέρσι, οι άνθρωποι, οι δουλειές, η πόλη.
Χωρίς ψευδαισθήσεις (πια) πρέπει να βγει η χρονιά.
Με μερικές νύχτες που ο ουρανός θα φλέγεται και τα αστέρια, επίμονα,
θα φτιάχνουν χρωματιστούς κύκλους γύρω από τον Πολικό Αστέρα
και το χώμα θα είναι χώμα και το νερό νερό.
Πόσες πολυκατοικίες θα χτίσουν ακόμη στην Κυψέλη;
Όταν σου λέω σ΄αγαπώ καταλαβαίνω τι λέω;
Ταξιδεύω για να ξεπεράσω το φόβο;
Τι γυρεύω στη πόλη;
Έξω, βρέχει ένα δύσκολο χειμώνα.
Χαμένος (ακόμη) σε παιδικές φαντασιώσεις, συνειρμούς και όνειρα
προσπαθώ να καταλάβω.
Ανοησίες και απλοϊκές σκέψεις -ίσως-
γι’ αυτούς που δεν έμαθαν τα βασικά.
Βλέπω κι εσάς, που με όλη σας την ύπαρξη δείχνετε να τα γνωρίζετε.
Ευλογημένοι να είσαστε όλοι εσείς οι επιτυχημένοι εκεί έξω.
Zώντας την ασφάλεια της ήττας,
απολαμβάνω τη θαλπωρή της ελευθερίας.
Αφιερωμένο, σε αυτούς που δεν ξέρουν τι θέλουν
και με μάτια πυρωμένα χαζεύουν το άπειρο.
Φωτογραφίζοντας επαναλαμβανόμενα το ίδιο ακριβώς σημείο, την ώρα που αλλάζει το φως (αλλά και πολλές από τις δραστηριότητες των ανθρώπων και της πόλης) καθώς σκοτεινιάζει, στη φωτογραφία εμφανίζονται ή εξαφανίζονται στοιχεία που με τα μάτια μας αντιλαμβανόμαστε εντελώς διαφορετικά:
10’’ της πορείας ενός αυτοκινήτου γίνονται μια στιγμή, απλωμένα ρούχα εξαφανίζονται, το φως από το παρελθόν ενός αστέρα γίνεται μια φωτεινή γραμμή.
Ενώ ο τρόπος που βλέπουμε μας δεσμεύει -η ανθρώπινη θέαση του κόσμου- στην γραμμική ροή του χρόνου, παρελθόν - παρόν - μέλλον:
η φωτογραφία μπορεί να γίνει οθόνη που πάνω της προβάλλονται όλα ταυτόχρονα.
Χωρίς εξηγήσεις και απαντήσεις
παμπάλαιος και σίγουρος
ο χειμώνας ήρθε, για άλλη μια φορά.
Η πόλη κλεισμένη μέσα μου
Ασφυξία.
Οι πέτρες και το χώμα που κουβαλώ μαζί μου κουράστηκαν
Τα φοβισμένα σκυλιά ψάχνουν στους κάδους για λίγη αγάπη
‘’Μεγαλώνουμε με φόβο και αγάπη’’
εδώ και κάτι ώρες -από τότε που στοιχήθηκαν οι αιώνες-
κερδίζει ο φόβος
Η αγάπη φυσάει τις τρίχες στο στήθος μου
και γλύφει τις πληγές μου.
Όμως ο φόβος υπάρχει παντού
στα φανάρια, στα μαγνητόφωνα των αυτοκινήτων,
στις φωτογραφίες των περιοδικών,
στο άδειο βλέμμα των ανθρώπων που μιλούν,
αλλά δεν μπορούν να μιλήσουν,
στο ‘’ξαναπάρτε αργότερα, ή θα σας τηλεφωνήσουμε εμείς’’,
στη σιωπή.
Σε ποιόν γαλαξία γυρίζουν τ΄ αστέρια σου;
Κραυγές βουβές, χωρίς ήχο και φως, μαυρίζουν το σκοτάδι.
Όλα μοιάζουν ίδια με πέρσι, οι άνθρωποι, οι δουλειές, η πόλη.
Χωρίς ψευδαισθήσεις (πια) πρέπει να βγει η χρονιά.
Με μερικές νύχτες που ο ουρανός θα φλέγεται και τα αστέρια, επίμονα,
θα φτιάχνουν χρωματιστούς κύκλους γύρω από τον Πολικό Αστέρα
και το χώμα θα είναι χώμα και το νερό νερό.
17 Νοε 2007

ΦΩΤΑ5 10|2003
Κι ενώ προχωράς και νομίζεις ότι είσαι μόνος σου,
σιγά σιγά ανθίζουν γύρω σου τα λουλούδια των φίλων σου,
κι εκεί που έφτιαχνες τον εαυτό σου Θεό παντογνώστη,
νιώθεις να μικραίνεις, να μικραίνεις
κι ο κόσμος να μεγαλώνει και να ξαναγίνεται Μαγικός.
Το δυάρι στην Κυψέλη ή στην Καλλιθέα να γίνεται η παιδική σου γειτονιά
και τα ονόματα των φίλων σου, μπερδεμένα με τα παιχνίδια σου
να σε γαργαλάνε συνέχεια και να μην μπορείς να συγκρατήσεις τα γέλια σου.
Και μετά να ξυπνάς,
στο σκοτάδι το όνειρό σου να λάμπει
και ο ήρωας που πάντα περίμενες να γίνεις,
να βγάζει την κραυγή που ακόμα δεν τόλμησες.
Να κοιμάσαι και το όνειρο να λάμπει ξανά,
και ουπς! ξημέρωσε, ξυπνάς.
Αισθάνεσαι ότι όλα είναι αληθινά
η σοφία της νύχτας πότισε την ψυχή σου.
Τρέχεις να το πεις παντού
και ναι, σε πιστεύουν!
Συμφωνούν όλοι με τους κανόνες
προσθέτουν, αφαιρούν και να, που το φτιάξατε το παιχνίδι!
Το καθαρογράφετε, υπογράφετε όπως και οι μεγάλοι,
κρυφογελάτε χωρίς τύψεις,
και ψάχνετε να βρείτε άλλα παιδάκια
να το δώσετε.
Το περιοδικό που κρατάτε στα χέρια σας, δίνει μίαν υπόσχεση:
Με τα λεφτά που θα μαζέψουμε θα φτιάξουμε καινούργια παιχνίδια
κι έτσι όταν μεγαλώσουμε δεν θα χρειαστεί να δουλεύουμε.
16 Νοε 2007
φώτα01234
ΦΩΤΑ0 10|1999
Αν έχεις κάτι να πεις πες το!
Στο χώρο της φωτογραφίας, υπάρχει ένα ανθρώπινο δυναμικό, (νέοι που τελειώνουν τις σχολές και τα ΤΕΙ και όχι μόνο) που μένει αναξιοποίητο. Εξατμίζει την ενεργητικότητα του σε ευκαιριακές εργασίες, κοροϊδεύοντας και εφησυχάζοντας τον εαυτό του ότι κάτι κάνει. Αυτοπεριοριζόμαστε και ονειρευόμαστε – κωλοτριβόμαστε για μια θέση κάπου οπουδήποτε.
Τα περισσότερα από τα υπάρχοντα σχήματα, ενώσεις, ομάδες, κέντρα, έντυπα, είτε είναι ανενεργά, ή τώρα καρπώνονται την νεανική τους δημιουργικότητα, ή απλά εμπορεύονται. Είναι καιρός, όσοι έχουμε (ή έστω νομίζουμε ότι έχουμε) κάτι να πούμε, να μαζευτούμε και να το πούμε.
Ο Κάμπος με τα περιβόλια
Ανοίγοντας τις αισθήσεις μας στην ομορφιά που μας τριγυρίζει, έχουμε ίσως τη δυνατότητα να ξεφύγουμε από τη βαρύτητα του φωτογραφικού συστήματος, αλλά και της οπτικής – εικονογραφικής μας παιδείας και να πλησιάσουμε σε μια πιο φυσική αποτύπωση της πραγματικότητας.
Αν και η ιστορία είναι συνεχώς παρούσα –στα σπίτια, στους τοίχους, στις πόρτες- τριγυρίζοντας νομίζεις πως ο τόπος είναι φτιαγμένος για να ζουν άνθρωποι, ζώα, δέντρα, πέτρες, χώματα, μυρωδιές, μηχανήματα, αρμονικά και δυναμικά, έξω από την ιστορία. Κάτι που φυσικά το συναντάς συχνά στην επαρχία...
Την ομορφιά μπορείς να την βρεις παντού, αρκεί να είσαι ανοικτός και ήσυχος. Πιο δύσκολα τη βλέπεις στη γειτονιά σου και στις τριγύρω γειτονιές γιατί δεν τη βρίσκεις ψάχνοντας, την κουβαλάς μαζί σου. Το κακό είναι ότι μπορεί να μην το καταλάβεις ποτέ...
ΦΩΤΑ1 03|2000
Αν είναι να πεις κάτι, πρέπει να το λες αργά, καθαρά και σιγά για να σε καταλαβαίνουν οι άλλοι, αυτοί που είναι κοντά και λίγο παραπέρα· και σιγά σιγά (όσο μεγαλώνεις;) θα ανακαλύπτεις αυτούς που σ’ αγαπούν και τους αγαπάς και εσύ.
Τι σου μένει από μια μέρα, τι σου μένει από μια ζωή;
Τα μικρά σημάδια της αγάπης, τα τυχαία συναπαντήματα με την ομορφιά.
Τίποτα δεν έχεις να πεις, μονάχα αναζητάς τη λάμψη σου στα μάτια των άλλων.
Ψάχνουμε ανθρώπους
ΦΩΤΑ2 07|2000
Στην προσπάθεια να σηκώσουμε το βάρος της ζωής μας, χαϊδεύουμε τον εαυτό μας με υποσχέσεις ευτυχίας, κοροϊδεύουμε την μοναξιά μας με λόγια της αγάπης. Μαζευόμαστε, αναμασώντας τις αναμνήσεις μας και χαζογελώντας με εύκολα παιχνίδια του αυτονόητου. Απαίδευτοι και υπερόπτες αφηνόμαστε στην ασφάλεια του καινούργιου.
Όμως
Η ζωή –αν και κρυμμένη στη ρουτίνα της συνήθειας- ακατέργαστη και αταξινόμητη, κατακλύζει τις αισθήσεις μας. Και μέσα από το λήθαργο του πολιτισμού μας, μερικές στιγμές –ταραγμένοι- κλαίμε από την ομορφιά που δεν μπορούμε να αντέξουμε. Τότε δεν υπάρχει κανείς, γυμνοί από τη σαβούρα της λογικής, τυχεροί που γεννηθήκαμε, είμαστε ολομόναχοι απέναντι στο μεγαλείο της ύπαρξης.
Και οι φωτογραφίες μας, ας είναι χαρτιά πιστοποίησης για τη λίγη ομορφιά που μαζέψαμε από το απλό και το συνηθισμένο της ζωής μας.
ΦΩΤΑ3 03|2001
Βροοο-χή! Βροοο-χή!
Βροοο-χή! Βροοο-χή! Βροοο-χή!
Όποτε μπορώ βρέχομαι για να γυρίζω στις αισθήσεις.
Θυμάμαι τότε που σε πρωτοείδα στα βράχια κοντά στη θάλασσα.
Μικρή και θαρραλέα.
Πριν μας πάρει ο έρωτας.
Πριν φύγουμε για τις πόλεις.
Ήμασταν παιδιά και όλα θα γίνονταν.
Τώρα μαζεύουμε κομμάτια και στήνουμε τις μοναξιάς μας εκεί που οι αισθήσεις δεν έρχονται.
Συνεχώς επιστρέφουμε στα βράχια, μα εσύ δεν είσαι πια η μικρή που χαμογελούσε στη θάλασσα και εγώ δεν αντέχω να σε κοιτάξω στα μάτια.
Προάστια
Στις συνοικίες όλα είναι ήσυχα, χωρίς εξάρσεις, σχεδόν νεκρά, αλλά και γι’ αυτό παρατηρήσιμα. Περπατώντας λοιπόν τα απογεύματα σε διαφορετικές συνοικίες της Αθήνας, μπορείς να νιώσεις την ξεχωριστή ομορφιά και τη λανθάνουσα ενέργεια από κάθε τι που παρατηρείς πιο προσεκτικά. Κάθε σημείο κουβαλά την προσωπική του μυθολογία, αρκεί να μην προσπερνάς βιαστικά.
Οι πολυκατοικίες, οι φράκτες, τα πεζοδρόμια, τα δέντρα και τα αυτοκίνητα: από ουδέτερα και επαναλαμβανόμενα στοιχεία, ξεπερνούν την αδρανή ύλη τους και την συμβατική τους ερμηνεία και ενώνονται σε ένα δυναμικό παρόν. Σε κάνουν να πιστεύεις ότι η ησυχία τους δεν είναι παντοτινή· σε λίγο όλα θ’ ανατραπούν και θα διαλύσουν με μια χαοτική έκρηξη την πολεοδομική τους συμμετρία.
ΦΩΤΑ4 02|2002
Φυσάει χειμώνας και κάθε πρωί ξαναμοιράζεται ο κόσμος
Φιλώ στα χείλη το φόβο και σκορπίζουν τα φαντάσματα
Με μια αγάπη διάφανη βρίσκω λέξεις για τα πράγματα
Τραγουδώ με τους ανθρώπους νιώθοντας μια δύναμη πρωτόγνωρη
Το φως ανακλά τη λάμψη μου
Η ζωή μου, δική μου
Πλάι πλάι με τους ανθρώπους που διάλεξα δίπλα μου.
Ανακαλύπτουμε την ομορφιά μας
Αγκαλιασμένοι με την πραγματικότητα,
Τη μεγαλύτερη φαντασία.
Αν έχεις κάτι να πεις πες το!
Στο χώρο της φωτογραφίας, υπάρχει ένα ανθρώπινο δυναμικό, (νέοι που τελειώνουν τις σχολές και τα ΤΕΙ και όχι μόνο) που μένει αναξιοποίητο. Εξατμίζει την ενεργητικότητα του σε ευκαιριακές εργασίες, κοροϊδεύοντας και εφησυχάζοντας τον εαυτό του ότι κάτι κάνει. Αυτοπεριοριζόμαστε και ονειρευόμαστε – κωλοτριβόμαστε για μια θέση κάπου οπουδήποτε.
Τα περισσότερα από τα υπάρχοντα σχήματα, ενώσεις, ομάδες, κέντρα, έντυπα, είτε είναι ανενεργά, ή τώρα καρπώνονται την νεανική τους δημιουργικότητα, ή απλά εμπορεύονται. Είναι καιρός, όσοι έχουμε (ή έστω νομίζουμε ότι έχουμε) κάτι να πούμε, να μαζευτούμε και να το πούμε.
Ο Κάμπος με τα περιβόλια
Ανοίγοντας τις αισθήσεις μας στην ομορφιά που μας τριγυρίζει, έχουμε ίσως τη δυνατότητα να ξεφύγουμε από τη βαρύτητα του φωτογραφικού συστήματος, αλλά και της οπτικής – εικονογραφικής μας παιδείας και να πλησιάσουμε σε μια πιο φυσική αποτύπωση της πραγματικότητας.
Αν και η ιστορία είναι συνεχώς παρούσα –στα σπίτια, στους τοίχους, στις πόρτες- τριγυρίζοντας νομίζεις πως ο τόπος είναι φτιαγμένος για να ζουν άνθρωποι, ζώα, δέντρα, πέτρες, χώματα, μυρωδιές, μηχανήματα, αρμονικά και δυναμικά, έξω από την ιστορία. Κάτι που φυσικά το συναντάς συχνά στην επαρχία...
Την ομορφιά μπορείς να την βρεις παντού, αρκεί να είσαι ανοικτός και ήσυχος. Πιο δύσκολα τη βλέπεις στη γειτονιά σου και στις τριγύρω γειτονιές γιατί δεν τη βρίσκεις ψάχνοντας, την κουβαλάς μαζί σου. Το κακό είναι ότι μπορεί να μην το καταλάβεις ποτέ...
ΦΩΤΑ1 03|2000
Αν είναι να πεις κάτι, πρέπει να το λες αργά, καθαρά και σιγά για να σε καταλαβαίνουν οι άλλοι, αυτοί που είναι κοντά και λίγο παραπέρα· και σιγά σιγά (όσο μεγαλώνεις;) θα ανακαλύπτεις αυτούς που σ’ αγαπούν και τους αγαπάς και εσύ.
Τι σου μένει από μια μέρα, τι σου μένει από μια ζωή;
Τα μικρά σημάδια της αγάπης, τα τυχαία συναπαντήματα με την ομορφιά.
Τίποτα δεν έχεις να πεις, μονάχα αναζητάς τη λάμψη σου στα μάτια των άλλων.
Ψάχνουμε ανθρώπους
ΦΩΤΑ2 07|2000
Στην προσπάθεια να σηκώσουμε το βάρος της ζωής μας, χαϊδεύουμε τον εαυτό μας με υποσχέσεις ευτυχίας, κοροϊδεύουμε την μοναξιά μας με λόγια της αγάπης. Μαζευόμαστε, αναμασώντας τις αναμνήσεις μας και χαζογελώντας με εύκολα παιχνίδια του αυτονόητου. Απαίδευτοι και υπερόπτες αφηνόμαστε στην ασφάλεια του καινούργιου.
Όμως
Η ζωή –αν και κρυμμένη στη ρουτίνα της συνήθειας- ακατέργαστη και αταξινόμητη, κατακλύζει τις αισθήσεις μας. Και μέσα από το λήθαργο του πολιτισμού μας, μερικές στιγμές –ταραγμένοι- κλαίμε από την ομορφιά που δεν μπορούμε να αντέξουμε. Τότε δεν υπάρχει κανείς, γυμνοί από τη σαβούρα της λογικής, τυχεροί που γεννηθήκαμε, είμαστε ολομόναχοι απέναντι στο μεγαλείο της ύπαρξης.
Και οι φωτογραφίες μας, ας είναι χαρτιά πιστοποίησης για τη λίγη ομορφιά που μαζέψαμε από το απλό και το συνηθισμένο της ζωής μας.
ΦΩΤΑ3 03|2001
Βροοο-χή! Βροοο-χή!
Βροοο-χή! Βροοο-χή! Βροοο-χή!
Όποτε μπορώ βρέχομαι για να γυρίζω στις αισθήσεις.
Θυμάμαι τότε που σε πρωτοείδα στα βράχια κοντά στη θάλασσα.
Μικρή και θαρραλέα.
Πριν μας πάρει ο έρωτας.
Πριν φύγουμε για τις πόλεις.
Ήμασταν παιδιά και όλα θα γίνονταν.
Τώρα μαζεύουμε κομμάτια και στήνουμε τις μοναξιάς μας εκεί που οι αισθήσεις δεν έρχονται.
Συνεχώς επιστρέφουμε στα βράχια, μα εσύ δεν είσαι πια η μικρή που χαμογελούσε στη θάλασσα και εγώ δεν αντέχω να σε κοιτάξω στα μάτια.
Προάστια
Στις συνοικίες όλα είναι ήσυχα, χωρίς εξάρσεις, σχεδόν νεκρά, αλλά και γι’ αυτό παρατηρήσιμα. Περπατώντας λοιπόν τα απογεύματα σε διαφορετικές συνοικίες της Αθήνας, μπορείς να νιώσεις την ξεχωριστή ομορφιά και τη λανθάνουσα ενέργεια από κάθε τι που παρατηρείς πιο προσεκτικά. Κάθε σημείο κουβαλά την προσωπική του μυθολογία, αρκεί να μην προσπερνάς βιαστικά.
Οι πολυκατοικίες, οι φράκτες, τα πεζοδρόμια, τα δέντρα και τα αυτοκίνητα: από ουδέτερα και επαναλαμβανόμενα στοιχεία, ξεπερνούν την αδρανή ύλη τους και την συμβατική τους ερμηνεία και ενώνονται σε ένα δυναμικό παρόν. Σε κάνουν να πιστεύεις ότι η ησυχία τους δεν είναι παντοτινή· σε λίγο όλα θ’ ανατραπούν και θα διαλύσουν με μια χαοτική έκρηξη την πολεοδομική τους συμμετρία.
ΦΩΤΑ4 02|2002
Φυσάει χειμώνας και κάθε πρωί ξαναμοιράζεται ο κόσμος
Φιλώ στα χείλη το φόβο και σκορπίζουν τα φαντάσματα
Με μια αγάπη διάφανη βρίσκω λέξεις για τα πράγματα
Τραγουδώ με τους ανθρώπους νιώθοντας μια δύναμη πρωτόγνωρη
Το φως ανακλά τη λάμψη μου
Η ζωή μου, δική μου
Πλάι πλάι με τους ανθρώπους που διάλεξα δίπλα μου.
Ανακαλύπτουμε την ομορφιά μας
Αγκαλιασμένοι με την πραγματικότητα,
Τη μεγαλύτερη φαντασία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













Δεν υπάρχουν σχόλια:
Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση