












Τρώμε, Κοιμόμαστε . . .
Ακουμπούμε το Χρόνο με τις Αισθήσεις
κι αφήνουμε τα Όνειρα να μας ερωτευτούν
Αδύναμοι
λικνιζόμαστε με τη χάρη των φύλλων στον άνεμο
Δουλεύει συνεχώς η μηχανή της Λογικής
Και φτιάχνει σκόνη
Πονάμε
Είμαστε αυτό που μάθαμε
κοιτώντας τον κόσμο πάνω από την κούνια της ύπαρξης μας
Πονάμε
Αφηγούμαστε το παραμύθι μας
με τις ίδιες λέξεις
Κι όμως το Χάος είναι Μέσα μας
το ίδιο και η Ομορφιά . . .
Απόγευμα κι ο ήλιος πυρώνει τα τσιμέντα της γέφυρας πάνω από την οδό Κωνσταντινουπόλεως και τις γραμμές του τρένου.
Περιμένω στο φανάρι, δεξιά μου φοβισμένοι μετανάστες οδηγούνται από «ειδικούς φρουρούς» σε ένα λευκό πούλμαν σταθμευμένο κάτω από τη γέφυρα. Δεν γνωρίζω τον προορισμό του λεωφορείου, σύμφωνα με τα «νέα μέτρα» μπορεί να τους αφήσουν νύχτα στον Έβρο αναγκάζοντας τους να περάσουν το ποτάμι.
Ψηλά, λίγα μέτρα πιο πέρα η γιγαντοαφίσα του «υπουργείου τουρισμού», που έχει γεμίσει την πόλη, με τον χαμογελαστό ταρίφα «Βασίλη» που δεν θα τον ξεχάσει ο «Μάθιου Ουίλσον» από τις USA, για την εξυπηρέτηση.
Οι μετανάστες είναι περισσότεροι από όσους θέλει «το κράτος», οι τουρίστες είναι λιγότεροι από όσους θέλει «το κράτος».
Το φανάρι έγινε πράσινο κι έφυγα προς το λιμάνι...




















