13 Σεπ 2013
20130908 6 φωτογραφίες από τα μεστά
ο καφές στην πλατεία
συνοδεύεται από συσκευασμένο μπισκοτάκι
τον σερβίρει νεαρή κοπέλα με τσαντάκι στη μέση
στου τουρισμού την εποχή
τα μεστά είναι ένας μεσαιωνικός οικισμός
αρχιτεκτονικής λιτότητας και κομψότητας
που χτίστηκε -μαζί με τους υπόλοιπους της νότιας χίου
από τους γενοβέζους για τον έλεγχο της μαστίχας
τόσο από τους ντόπιους όσο και από τους εξωτερικούς εχθρούς, πειρατές κτλ
σήμερα τα μεστά είναι ένας καλοδιατηρημένος οικισμός
που παρά την αποστηρωμένη αναπαλαίωση του
διατηρεί κάτι από την ενέργεια και το ιστορικό φορτίο τόσων αιώνων
μια αίσθηση δηλαδή αθανασίας
αυτός νομίζω είναι και ο βασικός λόγος που το επισκέπτεται τόσος κόσμος
συνειδητά και κυρίως ασυνείδητα
αυτοί όλοι οι άνθρωποι, οι τουρίστες
έχουν ανάγκη να φάνε, να πιούνε κτλ
άρα χρειάζονται περισσότερα καταστήματα
από ότι αν ήταν μόνο οι ντόπιοι στο χωριό
προφανώς είναι καλύτερο μαζί με τον καφέ να σου δίνουν και ένα μπισκοτάκι
και το σερβίρισμα να το κάνει ένα όμορφο κορίτσι
και όχι μια γιαγιά, που θα συνέβαινε αν το χωρίο ξεχασμένο από τον κόσμο
είχε αφεθεί στην εντροπία
κάπου εδώ μπερδεύεται το πράγμα
οι ντόπιοι επιχειρηματίες λοξοκοιτάζουν προς τη μόδα της αθήνας
- αν και πάντα η αθήνα είναι αλλού γιατί υπάρχει χρονοκαθυστέρηση-
έτσι χάνεται οποιοδήποτε στοιχείο αυθεντικότητας
που θα μπορούσε να υπάρχει
αυτό δηλαδή που κάνει κάθε τόπο μοναδικό και ιδιαίτερο
π.χ. θα μπορούσε τα μπισκότα, αν σώνει και καλά πρέπει να υπάρχουν μπισκότα
να τα φτιάχνει μια κυρία από το χωριό
και τα καταστήματα να έχουν διατηρήσει τα αρχιτεκτονικά στοιχεία των παλιών καταστημάτων
δεν αρκούν οι ταμπέλες με τα παλιά όνόματα
για να μην φλυαρώ
νομίζω οτι ούτε οι ντόπιοι, ούτε οι τουρίστες
αντιλαμβάνονται τι ακριβώς κάνουν
οι τουρίστες αναζητούν μια αυθεντικότητα
που έχει χαθεί εξαιτίας τους
οι ντόπιοι προσφέρουν αυτό που νομίζουν καλύτερο
που όμως δεν έχει σχέση με τόπο τους
που για αυτόν έρχονται οι τουρίστες
12 Σεπ 2013
20130901 πως βρέθηκες εδώ; απαντά ο θάνος
με τον θάνο συναντηθήκαμε μεσημέρι, εκείνη την ώρα
εργαζόταν στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι, μπροστά του το λάπτοπ, απλωμένα χαρτιά
και φάκελοι. το σπίτι είναι πολύ μεγάλο, τριγυρίσαμε για να έχω μια γενική εικόνα. καθίσαμε στην αυλή, είναι από τα ελάχιστα
σπίτια που έχουν αυλή.
«λοιπόν, πως βρέθηκες εδώ;» «Το πως βρέθηκα
δεν είναι μονοσήμαντο, οτι δηλαδή κάποια στιγμή ήρθαμε μας άρεσε το σπίτι και
το αγοράσαμε. μέσα μου υπήρχε έντονη η ανάγκη για ένα χωριό, όχι όμως απλά ένα
σπίτι αλλά η κοινωνική ζωή του χωριού. μεγάλωσα στην κυψέλη τη δεκαετία του
πενήντα, ακόμη δεν υπήρχαν πολυκατοικίες, υπήρχε η γειτονιά, βρίσκονταν οι
άνθρωποι, το σπίτι μας ήταν ανοικτό, οι συγγενείς μας ήξεραν ότι μια φορά τη
βδομάδα μπορούσαν να έρθουν στο σπίτι.
κάθε χρόνο πηγαίναμε διακοπές κάπου, ωραία
ήταν αλλά συνήθως είμασταν μόνοι μας, εδώ βρήκαμε μια μεγάλη παρέα από όλους
αυτούς που ήδη είχαν αγοράσει σπίτια, υπήρχε δηλαδή έτοιμη η κοινωνική ζωή που ζητούσα, εγώ ήρθα το δύο χιλιάδες τέσσερα, η νατάσσα ερχόταν μερικά χρόνια πριν, εκείνη την εποχή
υπήρχε έντονη κινητικότητα με τα σπίτια, πολύς κόσμος αγόραζε, είδαμε και εμείς
αρκετά σπίτια, τελικά αγοράσαμε αυτό. το
μεγάλο πλεονέκτημα που είχε το σπίτι ήταν οτι το διπλανό ήταν άδειο οικόπεδο
και γκρέμια, οπότε το αγοράσαμε από τη μια για να το στηρίξουμε και από την
άλλη είχα χώρο και για να χτίσω και για αυλή.
«ήθελες ένα μεγάλο σπίτι;» «το ήθελα για να
έρχεται κόσμος να μένει, τα παιδιά να έχουν χώρο, να φέρνουν φίλους τους. τώρα
που τέλειωσε και ο ξενώνας, μπορούν να κοιμηθούν δεκαεννιά άνθρωποι. σήμερα το
πρωί έφυγαν ένα ζευγάρι φίλοι μας που έμεναν στον ξενώνα. όλα μου τα χρήματα τα
έχω ρίξει εδώ. τώρα που τέλειωσαν οι εργασίες μου τελείωσαν και τα λεφτά. αλλά είμαι ενθουσιασμένος, περνώ πολλές ώρες στο σπίτι, το καλοκαίρι μέχρι της έξι το
απόγευμα που φεύγω για τη θάλασσα είμαι εδώ, εργάζομαι στο γραφείο, κάθομαι
έξω, το απολαμβάνω. στο χωριό μου αρέσει πολύ, δεν θέλω να χάσω ούτε στιγμή από
αυτό που συμβαίνει εδώ μεταξύ μας, στην παρέα που έχουμε φτιάξει. δεν θέλω να νιώθω όταν είμαι στην αθήνα οτι
εδώ κάτι γίνεται. συνήθως είμαι ο τελευταίος που φεύγει τον σεπτέμβρη.
πρώτη φορά ήρθα στη χίο με τη μητέρα μου τη
δεκαετία του εξήντα εργαζόταν στη στατιστική υπηρεσία και ερχόταν για κάποια
έρευνα σε συγκεκριμένες οικογένειες για την εξέλιξη του βιοτικού επιπέδου.
θυμάμαι ψάχναμε τα σπίτια, τα βρίσκαμε ρωτώντας, δεν υπήρχαν διευθύνσεις. τότε
ήταν και η πρώτη μου προσέγγιση στο χώρο σε σχέση με την πολεοδομία, αργότερα
σπούδασα αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός.
το σπίτι το σχεδίασα εγώ και ήταν πολύ
σημαντικό για μένα γιατί ενώ εργάζομαι στο χώρο της πολεοδομίας δεν είχα χτίσει
ποτέ, έτσι μπόρεσα να το φτιάξω όπως ήθελα.
30 Αυγ 2013
20130827 πως βρέθηκες εδώ; απαντά η μάρω
με την μάρω και τον κώστα βρεθήκαμε αργά το
βράδυ στο τραπεζάκι έξω από το μαγαζί πίνοντας μπύρες.
«λοιπόν πως βρεθήκατε εδώ;»
«το ενενήντα τέσσερα ήρθε στη χίο ο θείος μου
που ήταν εργολάβος και είχε πάρει μια μεγάλη δουλειά, έμεινε σχεδόν δυο χρόνια
στο βροντάδο. ήρθαμε και μεις για διακοπές αλλά δεν έτυχε να περάσουμε από το
χωριό. στην αθήνα γνώρισα τη λιάνα γιατί τα κορίτσια μας έκαναν μαζί χορό.
μιλώντας για τις διακοπές μας, μου είπε ότι είχε αγοράσει σπίτι στην καλαμωτή,
ότι έχει ωραία και φτηνά σπίτια. είπαμε στο θείο να έρθει να δει, αλλά δεν
κατάλαβε και πήγε στην καλλιμασιά και μας είπε οτι δεν είναι κάτι ιδιαίτερο το
χωριό. τελικά ένα σαββατοκύριακο ήρθαμε να δούμε μόνοι μας. η λιάνα μας είπε με
ποιόν να μιλήσουμε, το σπίτι που αγοράσαμε ήταν το πρώτο που είδαμε, μας άρεσε
πολύ, αλλά είχε ένα πρόβλημα με τα κληρονομικά και πέρασαν λίγοι μήνες μέχρι να
τακτοποιηθεί, ο ιδιοκτήτης μας έδωσε το λόγο του, δεν υπογράψαμε χαρτιά, εγώ
είχα αγωνία μήπως το πάρει άλλος. τελικά αρχές του ενενήντα πέντε το αγοράσαμε.
το σπίτι δεν ήταν σε κατάσταση να κατοικηθεί. μπλέξαμε με τους μαστόρους, δεν
μπορούσαμε να συννενοηθούμε από την αθήνα, ήμασταν και πολύ νέοι, δεν ξέραμε
από αυτά, ο κώστας ήταν τριάντα και εγώ εικοσιεπτά, δουλεύαμε, είχαμε τα
κορίτσια μωρά. απογοητευτήκαμε, σκεφτήκαμε να τα παρατήσουμε, συνεχώς δίναμε
χρήματα και οι δουλειές δεν γίνονταν. πήγαμε και διακοπές στην μυτιλήνη, η
γιαγιά μου καταγόταν από την καλλονή, μας άρεσε πολύ και είπαμε ότι κάναμε λάθος
επιλογή. τελικά με τη βοήθεια του θείου που μας έστειλε συνεργεία από τη χώρα
το τελειώσαμε.
από κι και πέρα όλα πήγαν καλά, είμασταν ενθουσιασμένοι που είχαμε σπίτι σ' αυτό το χωριό, ερχόμασταν συνεχώς τα πρώτα χρόνια, αργίες, χειμώνα. δεν ξέραμε
ανθρώπους, καθόμασταν στο καφενείο του στεφανή. οι ντόπιοι μας φέρθηκαν πολύ
καλά. ξέραμε ότι είχαν αγοραστεί δυο τρία σπίτια αλλά αργήσαμε να γνωριστούμε.
η λιάνα άργησε να το φτιάξει. στα παιδιά από την αρχή άρεσε πολύ και το θεωρούν
το χωριό τους.»
«στο ισόγειο υπήρχε ένας φούρνος γιατί τον
γκρεμίσατε;»
«ήταν πολύ μεγάλος, ίσα ίσα χωρούσες να
περάσεις για τη σκάλα. στη θέση του φτιάξαμε τον ξενώνα, ήταν και το πρώτο που
τέλειωσε, στην αρχή μέναμε εκεί.»
Ετικέτες
ιστορίες από το χωριό,
καλαμωτή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





















































