29 Οκτ 2013
28 Οκτ 2013
28101958
πίσω από τη φωτογραφία γράφει: φώτο-μαΐστρος εικοσιοκτώ οκτωβρίου χίλιαεννιακόσια πενηνταοκτώ, πρέπει να τραβήχτηκε περίπου εκατό μέτρα πίσω από την παραλία της κώμης στη νότια χίο. οι μαθητές είναι από το γυμνάσιο καλαμωτής, οι περισσότεροι γεννημένοι το σαράντα-σαρανταένα στην καλαμωτή και τα γύρω μαστιχοχώρια. είναι στην τελευταία τάξη του τότε εξατάξιου γυμνασίου, στην πρώτη σειρά κάθονται οι καθηγητές τους. πήγαν εκδρομή στην κώμη, τους ακολούθησε και ο φωτογράφος που ήταν και ο φωτογράφος όλης της νότιας χίου για δεκαετίες. η σφραγίδα του πίσω από κάθε φωτογραφία είναι μαρτυρία για εκείνα τα χρόνια. όμως εικοσιοκτώ οκτώβρη οι μαθητές έκαναν παρέλαση στην πλατεία της καλαμωτής με ομοιόμορφη στολή, πως βρέθηκαν μετά στην κώμη τέσσερα χιλιόμετρα μακριά; ρώτησα το μιχάλη μαΐστρο, γιό του γιώργου "θάνε δυο-τρεις μέρες πριν ή πιο ύστερα, τότε τραβούσαμε κάθε μέρα φωτογραφίες στα χωριά, πολύ δουλειά, στο τέλος της βδομάδας τις εμφανίζαμε και τις τυπώναμε και η μάνα μου χτύπανε τη σφραγίδα σε όλες την ίδια μέρα, που να κάθεσε να ξεχωρίζεις πότε ήταν τραβηγμένη η κάθε μια.
τότε εμφανίζαμε με πολύ καλά χημικά, τα φτιάχναμε μοναχοί μας, το χαρτί είναι έξι επί εννιά άκφα, άκφα είναι και η μηχανή, την αγόρασε ο πατέρας μου από τον στακναρίδη το πενηνταέξι χίλιεςοκτακόσες δραχμές, ήτανε λεφτά κείνη την εποχή, εξακόσα φράγκα ήταν το μηνιάτικο του δημόσιου υπαλλήλου, ακόμα την έχω. τις κολλούσαμε στο τζάμι για να στεγνώσουν, αλλά άμα ήτανε νοτιάς ε στεγνώνανε. γύρω στο ενενήντα, διέβασα σε ένα περιοδικό ότι πριν τις βάλεις στο τζάμι πρέπει να το περάσεις με ταλκ και θα στεγνώσουν ότι καιρό και να κάμνει, τόπα στον πατέρα μου και λέει: βρε κοίτα να δεις! και μεις τυραννιόμασταν".
"στις εκδρομές ερχόταν μαζί μας και ο κάργας, σε ένα δίσκο είχε καραμέλες, λουκούμια και τι άλλα είχαμε κείνη την εποχή.." λέει η μητέρα μου που είναι ένα από τα κορίτσια της φωτογραφίας. τη φωτογραφία την δανείστηκα, μαζί με άλλες, από τον κώστα που είναι ένα από τα αγόρια στο κέντρο της εικόνας, του τηλεφώνησα και τον ρώτησα αν θυμόταν κάτι ιδιαίτερο, "δεν θυμάμαι, αλλά αν τη δω από κοντά μπορεί κάτι να θυμηθώ".
Ετικέτες
1958,
ιστορίες από το χωριό,
καλαμωτή,
κώμη,
φώτο μαΐστρος
26 Οκτ 2013
23 Οκτ 2013
20131023 κάτω από τον ήλιο
τα νησιά λάμπουν κάτω από τον ήλιο
περαστικά πουλιά
στο τσαμπί της μέρας
οι άνθρωποι των σπηλαίων
τα σκοτώνουν με ντουφέκια
για να εξασφαλίσουν την καύλα τους
περαστικά πουλιά
στο τσαμπί της μέρας
οι άνθρωποι των σπηλαίων
τα σκοτώνουν με ντουφέκια
για να εξασφαλίσουν την καύλα τους
21 Οκτ 2013
18 Οκτ 2013
16 Οκτ 2013
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ήθελα να κλάψω για μένα. Άλλο είναι αυτό, το τέτοιο κλάμα, εγώ δεν ξέρω βέβαια πως να το πω, να θέλεις να κλάψεις επειδή δεν έχεις πως αλλιώς να μιλήσεις με τον εαυτό σου. Πως να μιλήσω, τι μπορούσα εγώ να μιλήσω; Τα παλιά που πέρασα, τα παιδικά μου τα χρόνια, τα κατοπινά της στερημένης μου νιότης, μείναμε μέσα μου μια στέρνα μικρή, βουρκωμένη για πάντα, δεν ξεχώριζα τίποτα μέσα. Τα τωρινά στο ξυλάδικο σφραγίζανε τη ζωή μου, ένιωθα τις σφραγίδες και χτυπιόνταν απάνω μου, νόημα πάλι δεν έβγαζα. Κ' ήθελα να κλάψω γι' αυτό, για το νόημα. Όχι πάντα, όχι κάθε μέρα, εδώ μονάχα στο σπίτι.
Άλλη ζωή―που να τη βρω; Ήθελα να φύγω, να ξεφύγω μονάχα, όπου να 'ναι. Έτσι, λέω, γίνεται το σκόρπισμα μας, αυτός ο ξεριζωμός ο δικός μας. Δεν θέλουμε κάπου να πάμε. Θέλουμε να φύγουμε μόνο.
Και λέω τότε πως ο μεγάλος ο κόσμος, αυτός μπορεί να 'ναι η πατρίδα μου ― και να το, λοιπόν, πως έχω και γω μια πατρίδα. Μια καινούργια πατρίδα. Είναι μέσα στο μεγάλο κόσμο.
Ύστερα το συλλογίζομαι πάλι πως όχι, δεν έχω. Όλα τα τρένα που ξεκινάνε, δεν πάνε βέβαια να σκορπιστούν στον αέρα, έχουνε κάπου να πάνε. Έχουν όλα τους ένα τέρμα ― ενστασιόν, που λένε γερμανικά. Πάνε στη Σούρπη, σε κάποιο χωριό των Σπανιόλων, στο Ντομπρίνοβο. Και, λοιπόν, είναι ψέματα κι ο μεγάλος ο κόσμος, είναι οι μικρούτσικοι κόσμοι μαζί. Και μένω πάλι χωρίς την πατρίδα, χωρίς μικρούτσικο κόσμο δικό μου ― που δεν τον έχω ― και χωρίς τη νοσταλγία του μεγάλου του κόσμου ― που δεν υπάρχει.
Τις σοφίες μου τις ξανάπα, τις ξανασκέφτηκα. Και μένει ακόμα αυτό το κάτι που θέλω ακόμα να κάνω. Και δεν το ξέρω. Μονάχο του δεν έρχεται, με το δικό μου το μυαλό δεν το βρίσκω, κανένας δεν είναι να μου το δώσει. Και σκέφτομαι πάλι ― έτσι είναι αυτός ο δικός μας, ο σημερινός μας ο κόσμος. Όλα μας τα 'χει φτιασμένα, κανονισμένα, δεν λείπει τίποτα ― τον εαυτό σου μονάχα δεν ξέρεις τι να τον κάνεις.
Και να το, λοιπόν, και κείνο το φίλτρο, που λέγαμε πως μας λείπει. Φοβηθήκαμε ν' αγαπούμε ― μη γελάσαουμε τους άλλους, μη μας γελάσουν ― και κάθεται μέσα, βαθιά, μαζεμένο, φοβισμένο. Κάτι πρέπει να 'ρθει και το βγάζει πάνω. Ήρθε αυτή, ξεθάρρεψε το δικό μου, πήρε δρόμο και δεν σκέφτομαι καθόλου να το συμμαζέψω πίσω, δε φοβάμαι να το φανερώσω.
Έτσι τον έμαθα τον έρωτα. Έμαθα πως είναι μεγαλύτερος απ' τον άνθρωπο, είναι, λοιπόν, ακατόρθωτος. Μια φαντασία για κάποιον καιρό και καταλαγιάζει, σκορπίζεται. Και πρέπει, λέω, να 'ναι πολύ σπάνιο πράμα ― της τύχης ολότελα ― τα δυό πλάσματα να μπορούν να μείνουν ενωμένα, έτσι που το θέλαμε εμείς. Ο συμβισβασμός που μπορούν να κάνουν ― ορίστε, τον έκανα εγώ ― δεν είναι για να σώσουν τον έρωτα, είναι για να τον ξεφύγουν, να παραιτηθούν από αυτόν. Και πάλι δεν σώζεται τίποτα. Άλλοι μένουνε παραιτημένοι, μαζί και χωρίς τον έρωτα. Οι άλλοι χωρίζουν ― να μην τον προδώσουν. Κ' έτσι κι αλλιώς η πίκρα μένει μονάχα. Για πάντα. Δεν είναι που λείπει τ' αγαπημένο το πρόσωπο, αυτό που φάνηκε πως ήταν ο έρωτας. Είναι για την γνωριμιά του ακατόρθωτου. Γι' αυτή την αίσθηση του άφθαστου που έχω κι εγώ. Η Έρικα και κείνα τα τρένα τα μισητά μου που δεν πάνε πουθενά, γίναν ένα πράγμα. Είναι ο μεγάλος, ο άπιαστος κόσμος ― που δεν υπάρχει. Η φαντασία μας τον άγγιξε μια στιγμή με τον έρωτα. Μια στιγμή μονάχα ― και χάθηκε.
― Ο δικός μας ο έρωτας, Κώστας, είταν πολύς, λέει σε λίγο. Δεν είταν αγάπη, φιλία, είταν ο έρωτας μόνο, Δε μπορούσαν να τον βαστάξω να τον κουβαλάω σε όλη μου τη ζωή.
― Και γλύτωσες τώρα; ρωτάω.
― Όχι, λέει και σηκώνετε να φύγει. Ήθελα να το δεις και συ πως αν είχαμε μείνει μαζί, κάπως έτσι θα γινότανε στο τέλος και με μας. Όπως γίνεται μ' όλους. Και να μην λυπάσαι.
Και τότες ο Σκουρογιάννης, γυρίζοντας στο Ντομπρίνοβο που 'χε ερημώσει, μπορούσε πια να το ξέρει πως ο τόπος αυτός είταν ο τόπος της τελευταίας, της τελειωτικής ερημίας. Ανύπαρκτος τόπος. Πως είκοσι χρόνια παιδεύτηκε, ονηρεύτηκε, σ' αυτόν τον ανύπαρκτο τόπο να φτάσει …
Αυτά τα χνάρια γινόντανε τώρα, ξαναγίνονταν, η σιγουριά του η χαμένη πως είχε φτάσει σε τόπο που δεν ήταν ανύπαρκτος, που δεν ήταν της νοσταλγίας του μόνο, της φαντασίας του ― η σιγουριά που 'χε χάσει μέσα σ' αυτούς τους τρελούς, τους μισούς, τους αφιονισμένους, τους νικημένους ανθρώπους που βρήκε γυρίζοντας.
Μείναμε , λοιπόν, μένουμε, η κόρη εγώ του νικημένου ελασίτη, δίπλά νικημένη, η μάνα του παλληκαριού που σκότωσαν οι ελασίτες και ζητάει ακόμα τον φονιά του, τρίτος αυτός ο μισότρελος με το χρήμα, τρεις ζωές μοναχικές εδώ μέσα, απλησίαστα ξένες, βουλιαγμένες η καθεμιά τους στον εαυτό της ― μέσα σ' αυτό το σπότι που μεγαλώσαμε, σ' αυτό το περιβόλι που τ' ομορφύναμε. Και δυό παιδιά, που δεν είναι κανενός ― μας κοιτούνε και δεν ξέρουμε τι να τους πούμε.
Τους είδες τώρα, τους ξέρεις, πως τρέχουνε το πρωί στα λεωφορεία, πως κατεβαίνουνε στα μετρό, πως αραδιάζονται ― ανύπαρκτοι, τα νούμερα μόνο ― μπροστά στα πράσινα μηχανάκια με τις καρτέλες, πως το ζητάνε το βράδυ και κείνοι το κάτι αυτό το ανεκπλήρωτο, το δικό τους. Ως την άλλη μέρα, ως τ' άλλο πρωί, για να τον αρχίσουν πάλι τον ίδιο δρόμο, της δικής τους της μοναξιάς ο καθένας. Αυτής της μοναξιάς η συνείδηση, είναι η συνείδηση του εαυτού σου ― μέσα απ' αυτήν θα περάσει.
αποσπάσματα
από το βιβλίο του
ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗ
ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΒΙΒΛΙΟ
εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ
Ετικέτες
βιβλία,
δημήτρης χατζής,
εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ
15 Οκτ 2013
8 Οκτ 2013
για το βιβλίο του Α.Καμύ Ο Μύθος του Σισύφου
Το πρώτο του δοκίμιο ήταν Ο Μύθος του Σισύφου. Πρόκειται για μια μακροσκελή ανάλυση της αυτοκτονίας, που τη θεωρεί ως το θεμελιακό πρόβλημα της φιλοσοφίας. Η βασική του σκέψη είναι απλή, όπως όλες οι βασικές του σκέψεις. Ο θεός είναι νεκρός (Νίτσε) και ο ανθρώπινος λόγος ανήμπορος να εξηγήσει γιατί υπάρχει κάτι, αντί για τίποτα (όπως το είχε εκφράσει ο Χάιντεγκερ), και ποιό είναι το νόημά του. Η "μεγάλη θεωρία" που θα βάλει τάξη στα πράγματα και θα δείξει το "τέλος" τους, τον σκοπό τους, δεν υπάρχει. Η φύση δεν μιλάει και στο τέλος υπάρχει μόνο ο θάνατος. Στην σχέση του ανθρώπου με τα πράγματα υπάρχουν απορίες και όχι απαντήσεις. Αυτό είναι το "παράλογο". Ο άνθρωπος όμως δεν αυτοκτονεί. Αυτό σημαίνει ότι η ζωή μπορεί να μην έχει νόημα, είναι όμως μια αυταξία. Αξίζει να ζούμε. Όσο ζει κανείς πολεμάει, μοχθεί, όχι γιατί ελπίζει μια υπερβατική ανταμοιβή, μετά θάνατον ή από την ιστορία, αλλά γιατί η ανταμοιβή είναι αυτός ο ίδιος ο μόχθος του. Αυτό το τώρα που κάνει δικό του. Μέσα σ' αυτό θα φυτέψει ο καθένας το δικό του νόημα με τη δύναμη του πνεύματος του. Ο Σίσυφος μεταφέρει πάνω και κάτω τον βράχο του, όμως μέσα σ΄αυτόν τον ανόητο μόχθο είναι ευτυχισμένος. Γιατί υπάρχει, γιατί είναι ο εαυτός του, αυτός που χλεύασε τους θεούς. Ο Καμύ έβαλε το παράλογο στο κέντρο της μεταπολεμικής ευαισθησίας. Όμως το παράλογο δεν είναι γι' αυτόν αυτοσκοπός, αλλά το πλαίσιο του προσωπικού καθενός αγώνα. Το παράλογο είναι αυτό που συνέχεια μαχόμαστε, για να βεβαιώσουμε τη ζωή (όπως ο γιατρός Ριέ στην Πανούκλα, μια αλληγορία για την ναζιστική κατοχή).
απόσπασμα από το άρθρο
Η αποκρουστική "φιλοσοφία" της βίας και η ηρωική μαρτυρία του Καμύ
από τον Περικλή Σ. Βαλλιάνο
The Athens Rewiew of books, τεύχος 44, οκτώβριος 2013
απόσπασμα από το άρθρο
Η αποκρουστική "φιλοσοφία" της βίας και η ηρωική μαρτυρία του Καμύ
από τον Περικλή Σ. Βαλλιάνο
The Athens Rewiew of books, τεύχος 44, οκτώβριος 2013
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


















































