11 Μαρ 2014

20140311 στο γηροκομείο

για δε το καναρίνι έχει κεχρί να του βάλεις, αν έχει άσ'το, δε το νερό.

εφτός ο χαμένος είναι από την ποταμιά, έχεις πάει κι κάτω; α βλέπει δέκα λεφτά τη μέρα ο ήλιος...εεώ έχω πάει, έχω μείνει ένα βράδυ, άθρωπο εν είδα. 
είμουνε στην κέραμο και λέω δε περνώ αφτή σπαρτούντα. μέδε μια γυναίκα, μούδωκε κάτι κουτάλια, κάτι διάφορα να της τα κάμω μπρίκια. τις είπα ότι θέλω έξι φράγκα, ας το πούμε έτσι. ε της τάφτιαξα, δε μούδωκε όσα της είπα, παρά μούδωκε τέσσερα. κι αυτή ήτανε παπαδιά· ε λέω άμα είναι έτσι η παπαδιά φαντάσου πως θάνε οι άλλες κι ήφυγα. είχα μαζί μου ρούχα, μου χε δώκει η μαρουλιώ μια κουρελού, κατήβηκα στη ποταμιά, άθρωπο εν είδα, ξάπλωσα σε μια άκρη. το πρωί σα ξύπνησα είδα ένα γέρο, τον ερώτησα πως α κόψω δρόμο για τη βολισσό και μου πε να κατήβω την ποταμιά κι α με βγάλει.


Δεν υπάρχουν σχόλια: