26 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Γρεβενά


Ο ουρανός είναι γεμάτος με τεχνητά σύννεφα από τα εργοστάσια της ΔΕΗ στην Πτολεμαϊδα. Eίναι αργά το απόγευμα και μόλις έχει σταματήσει η βροχή. Ο ήλιος είναι στη δύση και βγαίνει χαμηλά κάτω από τα σύννεφα, ηλεκτρίζοντας την ατμόσφαιρα. Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ προσπερνά μια νταλίκα καλυμμένη με τεράστια αναπαράσταση του Μεγαλέξανδρο σε μάχη με τους Πέρσες στον πλαϊνό μουσαμά και πίσω μόνος του ο ήλιος της Βεργίνας. Το έργο φέρει με αρχαιοελληνική γραφή τον τίτλο «INT TRANSORTE MEGAS ALEXANDROS»…..
Νύχτα πια και με τα δέντρα να στάζουν την απογευματινή βροχή φτάνουμε στα Γρεβενά. Είμαστε από τους πρώτους στο γυμναστήριο και περιμένουμε να τελειώσει η προπόνηση του «Πρωτέα», της τοπικής ομάδας μπάσκετ, για να απλώσουμε τους υπνόσακους και να βγούμε στη γιορτή. Μέχρι το πρωί το παρκέ και οι θέσεις των κερκίδων έχουν γεμίσει με περισσότερους από εκατό ανθρώπους σε μια χειμωνιάτικη προσομοίωση ελεύθερου κάμπινγκ.
Το τελευταίο τριήμερο της Αποκριάς, τα Γρεβενά γιορτάζουν τα «Ανακατωσάρια», μια πρωτοβουλία του τοπικού συλλόγου μοτοσυκλετιστών. Οι δρόμοι γεμίζουν με χάλκινα και κρουστά και το γήπεδο μπάσκετ με όμορφους ανθρώπους από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, που κάθε χρόνο γίνονται περισσότεροι. Δεν ξέρω πόσο θα αντέξει η πόλη να προσφέρει αυτό το δώρο ελευθερίας.
Φύγαμε τελευταίοι το μεσημέρι της Δευτέρας, αφήσαμε το παρκέ άδειο, έτοιμο για την προπόνηση του «Πρωτέα».


24 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Άγιος Αρτέμιος - Νάξος


Το «κέλυφος» της τρίκλιτης εκκλησίας είναι σε καλή κατάσταση αλλά λείπουν τα περισσότερα κουφώματα και παντελώς το πάτωμα! Μόνο σκληρό χώμα και κοπριά από τα αιγοπρόβατα που τη χρησιμοποιούν για καταφύγιο. Κατεβαίνω το μονοπάτι παράλληλα με το ποτάμι, περνώ κάτω από το πέτρινο γεφύρι που οδηγεί στον Κινίδαρο και τσαλαβουτώ στα νερά ανάμεσα στα βατράχια και τις νεροχελώνες. Βρέχομαι στις βάθρες που δημιουργούν οι μικροί καταρράχτες και κατρακυλώ μαζί με το νερό δυτικά προς τις Εγγαρές. Πίσω από τα βράχια και τις πικροδάφνες, λίγο ψηλότερα από το ρέμα, εγκαταλελειμμένοι νερόμυλοι, χορταριασμένα πια επιβλητικά ερείπια, με το νερό να τρέχει μέσα από τους γκρεμισμένους τοίχους και πάνω στις μυλόπετρες. Ίχνη από αιώνες μόχθου που η ζωή των ανθρώπων συντονιζόταν με τον τόπο τους. Εδώ και δεκαετίες το νερό δεν αλέθει πια το σιτάρι αλλά ποτίζει πατατοχώραφα, οπωροφόρα, ζώα, ανθρώπους, καθαρίζει σπίτια, ξενοδοχεία και γεμίζει πισίνες...
Μεσημέρι πια βγήκα στις Εγγαρές, δεξαμενές και λάστιχα συλλέγουν το νερό και το οδηγούν στα περιβόλια, το ποτάμι ευνουχισμένο πέφτει στη θάλασσα.

ΦΩΤΑ 11 Καλαμάτα


Ανέφελη νύχτα και ο καιρός ακόμα ζεστός. Bγήκαμε να περπατήσουμε. Η Σταυρούλα ήθελε να ξεκινήσουμε από τη γειτονιά της γιαγιά της στην παλιά πόλη. Στενοί, ήσυχοι δρόμοι, παλιές κατοικίες με κεραμίδια, ερείπια και καινούργια βιαστικά τριώροφα. «Να το μπακάλικο του Τζάνε που ψώνιζε η γιαγιά, κι αυτό εδώ ήταν το σπίτι της, το απέναντι πάνε χρόνια που κάηκε, πριν έμενε μια πολύ παράξενη γυναίκα. Αυτό είναι το εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης, στο σεισμό σε ένα λυόμενο στην αυλή ήταν το νηπιαγωγείο μας και πίσω από τη μεγάλη ελιά κάναμε τσίσα! τα κάγκελα τα έβαλαν τώρα», περπατούσαμε αργά δίπλα σε σπίτια με πεζούλια, μικρές βεράντες με γλάστρες, κήπους με γιασεμιά και τριανταφυλλιές και μαντρότοιχους με περιβόλια. Αλλά και δίπλα σε αυτοκίνητα, μηχανάκια, μπάζα και σκουπίδια. Θραύσματα της παλιάς γειτονιάς, αιωρούμενες μνήμες και μυρωδιές ενός αυτοσχέδιου δημόσιου χώρου, μιας σκηνής που ο καθένας ήξερε το ρόλο του.
Περάσαμε μπροστά από το φωταγωγημένο(!;) νεκροταφείο, από το μοναστήρι των Καλογραιών και τα περιφερειακά του κτίρια, μετά διασχίσαμε γρήγορα το κέντρο με τον πεζόδρομο και τις super καφετέριες – το νέο δημόσιο χώρο της πόλης - και μπήκαμε στο πάρκο του ΟΣΕ. Ησυχία και εγκατάλειψη. Όλα φθαρμένα και αφημένα στην εντροπία του χρόνου. Βγήκαμε στο εμπορικό λιμάνι και μετά στη μαρίνα με τα σκάφη. Κοίταξα τον ουρανό, είχαν μαζευτεί σύννεφα που έτρεχαν προς τη Μεσσηνιακή Μάνη. Για λίγο έκρυψαν τη Σελήνη.

23 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Καϊμακτσαλάν

Το βουνό είναι γνωστό για το χιονοδρομικό του κέντρο και όχι για τα μονοπάτια του που είναι ασαφή και δεν χρησιμοποιούνται συχνά. Ήμασταν περίπου μια ώρα πριν από το χιονοδρομικό και περπατούσαμε σε ένα γυμνό οροπέδιο. Ο ουρανός από το πρωί έδειχνε ότι θα βρέξει αλλά κανείς μας δεν περίμενε αυτό που ακολούθησε. Σε λίγα λεπτά οι ψιχάλες, έγιναν «καταρρακτώδης» βροχή και τριγύρω έπεφταν κεραυνοί! «Παιδιά, ο ένας πίσω από τον άλλο, περπατούμε γρήγορα και ότι είναι να γίνει θα γίνει» μας είπε ο Τάκης. Ήμασταν στο κέντρο ενός υπερθεάματος με τις αισθήσεις μας τεντωμένες, δεμένοι με το φόβο· οι κεραυνοί συντάραζαν το τοπίο και ο χρόνος, σε αντίθεση με τη βροχή, έμοιαζε να είχε σταματήσει.
Η φύση είναι απίστευτα γοητευτική αλλά και ανεξημέρωτη, όμορφη και άγρια, αν την υποτιμήσεις, κινδυνεύεις. Μετά από μισή ώρα στέγνωσε ο ουρανός κι εμείς βρεγμένοι και εξαντλημένοι σέρναμε τα βήματα μας στη λάσπη των τελευταίων μέτρων. Το χιονοδρομικό ήταν κλειστό αυτή την εποχή αλλά είχαν αφήσει μια πόρτα ανοιχτή για τους ταλαίπωρους σαν κι εμάς. Μας πήρε δυο μέρες να στεγνώσουμε.
Το βουνό ανέβαινε ήπια προς το βορρά. Στην κορφή του ο μικρός ναός του Προφήτη Ηλία που έχτισαν οι Σέρβοι στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, είναι το σύνορο με το γειτονικό κράτος που στην Ελλάδα ονομάζεται ΠΓΔΜ. Τριγύρω γυμνά βράχια και λίγο ξεχασμένο χιόνι, κρύος αέρας και ο ουρανός άσπρος σαν χαρτί.


21 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Δυο Χωριά - Τήνος



Διασχίζοντας τις νοτιοανατολικές πυκνοδομημένες παραλίες του νησιού και ανεβαίνοντας ένα δύσκολο χωματόδρομο με τον αέρα να θέλει να μας πετάξει στο Αιγαίο, φτάσαμε στον Τριαντάρο και στη συνέχεια στα Δυο Χωριά.
Μεσημέρι, ανήμερα του Πάσχα και κάτω από τα πλατάνια της όμορφης πλατείας γλέντι και χορός, ο σύλλογος του χωριού κερνούσε όλο τον κόσμο, αρνίσιο κρέας, πατάτες και κρασί. Περισσότεροι οι κάτοικοι από τους επισκέπτες, ξεχώριζαν από τα ρούχα της Κυριακής και το χαμόγελο τους. Δυο γυναίκες με λευκά αθλητικά ρούχα και χρυσά κοσμήματα κοιτούσαν αυτάρεσκα, με την άνεση των ανθρώπων που είναι πάνω από έθιμα και συμβάσεις. Ένας άντρας που έδειχνε ότι είναι πλούσιος, χόρεψε «το ζεμπέκικο της Ευδοκίας», αλλά η τάξη αποκαταστάθηκε στον επόμενο χορό. Βαλς. Zευγάρι ηλικιωμένων, η γυναίκα με χοντρά τακούνια και ο άντρας με κουστούμι απλό, κινούσαν τα σώματα τους με τη σιγουριά των ανθρώπων που μεγάλωσαν χορεύοντας μαζί.

19 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Πούλιθρα - Αρκαδία



«Η οικογένεια ξεκίνησε από δω, απ΄την Κουνουπιά, και τα τέσσερα αδέλφια πήγαν στην Αμερική στις αρχές του αιώνα, πρόκοψαν γρήγορα κι έφτιαξαν αλυσίδα ζαχαροπλαστείων. Η μάνα τους ήταν η οικονομολόγος τους να το πούμε έτσι. Δούλεψαν χρόνια, αλλά εκεί γύρω στο τριάντα που τα πράματα δεν πήγαιναν καλά στην οικονομία, αποφάσισαν να επιστρέψουν. Πρώτος γύρισε ο Μιχάλης, παντρεύτηκε μια κοπέλα πολύ νεότερή του και έφτιαξε το αρχοντικό στα Πούλιθρα. Λαγκαδιανοί μαστόροι το χτίσανε, όπως και τα άλλα αρχοντικά της περιοχής και όλος ο εξοπλισμός ήρθε από την Αμερική», μας αφηγείται ο κυρ Παναγιώτης με σιγουριά, σαν να έχει ζήσει ο ίδιος τα γεγονότα.
Ο γιος του Μιχάλη και κληρονόμος του σπιτιού, μας έδωσε τηλεφωνικά την άδεια να το επισκεφτούμε. Ελάχιστες μέρες του χρόνου κατοικείται, τα κλειδιά τα είχε η γυναίκα που το καθαρίζει. Ανοίξαμε τα παράθυρα, το σπίτι λούστηκε στο φως και αμέσως γυρίσαμε στη δεκαετία του τριάντα. Όλα τα έπιπλα και ο εξοπλισμός είναι τα αυθεντικά, αυτά που ήρθαν τότε από την Αμερική, μόνο που ο χρόνος δεν έχει γραφτεί πάνω τους και μοιάζουν καινούργια. Η λευκή καφετιέρα στην κουζίνα είναι το μοναδικό σύγχρονο αντικείμενο.

ΦΩΤΑ 11 Μπάτης, Παλαιό Φάληρο - Αττική


Με μια έξυπνη κίνηση του πύργου ο ηλικιωμένος με το καπελάκι, βγάζει ματ το συμπαίκτη του. Ανέκφραστος και σίγουρος για τον εαυτό του δέχεται τις επευφημίες των θεατών. Νοέμβριος, ένα παρατεταμένο καλοκαίρι φθάνει στο τέλος του. Ο ήλιος έχει δύσει από ώρα. Ο θαλασσινός αέρας σηκώνει ένα ελαφρύ κυματάκι αλλά διόλου δεν απασχολεί τις φιλενάδες που απολαμβάνουν το φθινοπωρινό τους μπάνιο. Η κυρία Κούλα με τα κάστανα, το καλαμπόκι και τα γλειφιτζούρια ανάβει τη λάμπα στο πόστο της. Οι παίχτες σέρνουν τα πιόνια στην υπαίθρια σκακιέρα του Παλαιού Φαλήρου για την καινούργια παρτίδα. Αφημένοι όλοι στη γλυκιά αποχαύνωση του απογεύματος, γυρίζουν ξαφνιασμένοι προς το πεζοδρόμιο. Ένα πιτσιρίκι, έχει ευθυγραμμίσει τις ρόδες του ποδηλάτου του στο πλακάκια - οδηγούς για τους τυφλούς και ουρλιάζοντας τρέχει δαιμονισμένα.
Κατεβαίνω στην αμμουδιά, η θάλασσα τώρα ήρεμη γλύφει την ακρογιαλιά, κάτω από ένα διαφημιστικό πάνινο στέγαστρο, μια χαρούμενη παρέα μεσήλικων γιορτάζει τα γενέθλια του Θωμά. Ο Θωμάς σβήνει τα κεράκια της τούρτας, φιλάει τους φίλους του, γεμίζει τα ποτήρια τους με κρασί, σηκώνει τα χέρια και το πρόσωπο του και βγάζει κραυγή χαράς. Η όμορφη γυναίκα της παρέας με λευκό πουκάμισο δεμένο με κόμπο στην κοιλιά, εδώ και ώρα λικνίζεται μόνη της στην ακροθαλασσιά.



13 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Λουτρά Σιδηροκάστρου -Στρυμόνας

Tα Σαββατοκύριακα του χειμώνα τα λουτρά του Σιδηροκάστρου είναι γεμάτα με κόσμο, συνηθισμένους ανθρώπους όλων των ηλικιών που οι πιο πολλοί έρχονται αυθημερόν από τις γύρω πόλεις και τη Θεσσαλονίκη. Στη Μακεδονία, ίσως επειδή υπάρχουν πολλά οργανωμένα λουτρά, πηγαίνουν οι περισσότεροι, ενώ για τους κάτοικους της Αθήνας είναι ένας άγνωστος κόσμος.
Οι εγκαταστάσεις είναι λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό, σε ένα μεταβατικό τοπίο μεταξύ βουνών και πεδιάδας φτιαγμένο από τα φερτά υλικά του Στρυμόνα που κατεβαίνει από τη Βουλγαρία και συνεχίζει προς τη λίμνη Κερκίνη, σημαδεμένο από φωτισμένους κόμβους αυτοκινητοδρόμων. Το παράξενο τοπίο συμπληρώνουν μια εγκαταλελειμμένη σιδερένια γέφυρα με ένα ξύλινο φυλάκιο, ένα ξεχασμένο μνημείο πεσόντων και μια ταβέρνα.
Περπατούμε στην αμμώδη όχθη. Το στεγνό κρύο κλείνει το σώμα μας στα ρούχα του· είναι μισή ώρα μετά τη δύση και το τελευταίο φως πυρακτώνει τα σύννεφα. Στο βάθος τα φώτα του τρένου διασχίζουν τη γέφυρα αλλά ο ήχος του καλύπτεται από το θόρυβο των αυτοκινήτων. Κοιτάζω δίπλα μου το ποτάμι, το νερό γλύφει ήσυχα το χώμα και τις πέτρες και φεύγει προς τη δύση.

12 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Καφενείο "Το Πανελλήνιον" - Άμφισσα


Μεσημέρι με συννεφιά και κρύο, στην πλατεία ησυχία. Περιμένουμε σε ένα παγκάκι ν’ ανοίξει το καφενείο. Άνοιξε στις 4 ακριβώς κι αμέσως άρχισαν να έρχονται ηλικιωμένοι πελάτες που ο καθένας έπιανε από ένα ξύλινο τραπεζάκι. Κανείς δεν παρήγγελλε. Ο καφετζής έφερνε πολύ γρήγορα τον καφέ και οι πελάτες πλήρωναν αμέσως. Για πολλή ώρα δεν βγήκε κουβέντα από κανέναν τους. Καθώς το ίδιο τελετουργικό επαναλαμβανόταν, μόνο εμάς ρώτησε τι θα πιούμε.
«Ωραίο το καφενείο σας», είπα. «Σ’ αυτή τη σκηνή που βλέπετε, έχουν παίξει όλοι οι μεγάλοι θίασοι από την εποχή της Βέμπο κι εδώ γυρίστηκαν πολλές σκηνές της βραβευμένης ταινίας του Θεόδωρου Αγγελόπουλου ‘Ο Θίασος΄, με πρωταγωνιστές την Εύα Κοταμανίδου, τον Βαγγέλη ....». Ο καταστηματάρχης, σαν όλα αυτά να είχαν γίνει χθες, απήγγειλε δυνατά και καθαρά το μονόλογό του χωρίς να μας κοιτάζει και όταν τέλειωσε, έφυγε ανέκφραστος χωρίς να περιμένει απάντηση. Όσοι από τους πελάτες δεν έπαιζαν πασιέντζα, αδιάφοροι είχαν αφήσει το βλέμμα τους στη μεγάλη τζαμαρία.

11 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Αγκαθιάς - Παλαίκαστρο ΒΑ Κρήτη


κείμενο - φωτογραφία: Φραντζέσκα Ντόγκα

Το πρωί ξυπνάμε από τη λειτουργία της εκκλησίας του Αγίου Νεκταρίου, Πίσω από την κουρτίνα κι ανάμεσα στα λευκά πέτρινα σπιτάκια διακρίνω τις φιγούρες των πιστών με τα καλά κυριακάτικα ρούχα τους. Ξαφνικά ο ουρανός πάνω από τον κάμπο με τους ελαιώνες, ως το λοφάκι στην παραλία της Χιόνας, σκοτεινιάζει.
Η κοπέλα του ξενώνα μας διαβεβαιώνει ότι δε θα βρέξει: «εδώ δεν βρέχει σχεδόν ποτέ!»
Λίγο αργότερα στο φούρνο γνωρίζουμε την κυρία Κατερίνα, ανταλλάζουμε δυο τρεις κουβέντες και τέλος μας καλεί για καφέ.
Στη μικρή ταράτσα το σπιτιού της προσφέρει διπλό ελληνικό και κρητικά κουλουράκια.
Κάποτε, νέοι ακόμα, με το σύζυγός της άφησαν το φτωχό τους τόπο και έφυγαν για την Αυστραλία. Η δουλειά εκεί ήταν καλή, όμως τέσσερις μήνες μετά, ένα τροχαίο ατύχημα τους άλλαξε τα σχέδια. Ο κύριος Μανώλης έμεινε τρεις μήνες στο κρεβάτι, χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά. Η κυρία Κατερίνα έμεινε πετσί και κόκαλο από τη στενοχώρια. Τα μάζεψαν και γύρισαν πίσω.
Τώρα τα διηγούνται όλα με χαμόγελο…
«Ευτυχώς τα παιδιά μας έφτιαξαν τη ζωή τους κι είναι καλά!»
Για το μεσημεριανό μας επιλέγουμε την πιο παραδοσιακή ταβέρνα του χωριού. Στο διπλανό τραπέζι πέντε ντόπιοι με κατακόκκινα μάγουλα συζητούν χαμηλόφωνα για το απαγορευμένο κυνήγι του λαγού ενώ επευφημούν δυνατά τις εργασίες για το νέο δρομάκι του χωριού: «400 μέτρα πλακόστρωτο» !

ΑΚΡΟΠΟΛΗ 09 11 2008



6 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Δάσος Ελατιάς - Δράμα

Έπειτα από μια ώρα περπάτημα ανάμεσα σε πεύκα, έλατα, οξιές και λίγες σημύδες, έφτασα στην καλύβα. Από το γάβγισμα των σκυλιών κατάλαβα που ήταν τα άλογα. Θα έκανε 2-3 φορτώματα ακόμα και θα σταματούσε για μεσημέρι. Πήγε παραπέρα στο ξέφωτο για να δέσει τα ζώα. «Πάντα δένω ένα, τον αρχηγό, και τα άλλα μένουν γύρω του. Όμως πριν από λίγες μέρες την καλύτερη φοράδα, τη Βέρα, που ήταν αρχηγός, την έφαγε αρκούδα». Η διαδοχή της δεν είχε ξεκαθαρίσει· πότε έδενε το Φώντα, το μαύρο άλογο και πότε τον Μπέμπη, το κόκκινο, που ήταν οι επικρατέστεροι. Αυτά, μέχρι να μεγαλώσει ο Μηνάς, που θα γίνει ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός.
Είχε ακόμη ένα μικρό, την Πόπη, ένα γκρίζο, την Μπέτυ 6 χρονών, τρεις φοράδες, την Ντίνα, τη Σοφία και τον Σπύρο και ένα μουλάρι, το Μιάσο, το σύνολο 9 ζώα. Τα ζώα τα αγαπάει, ξέρει τα χούγια του καθενός, τα φροντίζει. Το απόγευμα τους έβαλε ταΐστρες με καλαμπόκι και στο πιο μικρό, το ορφανό πουλάρι της Βέρας, έδωσε ψωμί και το βοήθησε να μάθει το καλαμπόκι. Τάισε τα 3 σκυλιά, έβαλε κουδούνια στα άλογα και έδεσε τον Μπέμπη. Τα υπόλοιπα σιγά σιγά μαζεύτηκαν γύρω του.
Αν και νέος σε ηλικία είναι ο τελευταίος υλοτόμος – αγωγιάτης στην περιοχή. Δεν τον πειράζει που ζει απομονωμένος, αλλά η δουλειά εδώ του αφήνει λίγα χρήματα.
Ίσως ήδη έχει γυρίσει στο χωριό του και με τα άλογα πηγαίνει βόλτα τους τουρίστες στο Φαλακρό.

5 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Σπηλιά Απόλλωνα - Όλυμπος

Κατηφορίζαμε την απότομη πλαγιά «Ανάθεμα», ανάμεσα σε βράχια και πυκνά έλατα ψάχνοντας τη «σπηλιά του Απόλλωνα». Ήμασταν ακόμη ψηλά στα 2200 μέτρα, από κάτω μας το φαράγγι του ποταμού Ενιπέα και το μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου. Ανατολικά η Κατερίνη, το Αιγαίο και ο Θερμαϊκός, ενώ στο νότο η ορατότητα έφτανε μέχρι το Πήλιο. Τη σπηλιά τη βρήκε ο Θοδωρής μετά από αρκετή ώρα ψάξιμο, μικρή, ευρύχωρη όμως για να κοιμηθούν έξι άνθρωποι. Δοκιμάσαμε να ανάψουμε φωτιά αλλά πνιγόμασταν στον καπνό. Φτιάξαμε σούπα στο γκαζάκι. Το βράδυ ο ουρανός ανέφελος και το φεγγάρι γεμάτο· οι σκιές των δέντρων τριγυρνούσαν στα βράχια. Προσπάθησα να κοιμηθώ αλλά κρύωνα και έβηχα συνεχώς.
Σηκώθηκα με το πρώτο φως. Πάνω από τη σπηλιά υπήρχε ένα μικρό ξέφωτο με θέα τη θάλασσα, ο ήλιος ήθελε λίγη ώρα για να φανεί. Η θάλασσα ήταν σκεπασμένη από σύννεφα και στο βάθος μόλις που ξεχώριζε η κορφή του Αγίου Όρους, ο Άθως. Και τότε για λίγα λεπτά ‘’χάθηκα’’, σταμάτησα να σκέφτομαι και αφέθηκα στις αισθήσεις μου. Ακουμπούσα στα κρύα βράχια, μύριζα το χώμα, τα έλατα και την υγρασία, άκουγα τη σιωπή κι έβλεπα τον ήλιο κρυμμένο πίσω από τον Άθω. Ένιωθα τα μάτια μου να λάμπουν. Σκέφτηκα να ξυπνήσω τους υπόλοιπους αλλά δεν είχε νόημα... Στο επόμενο λεπτό πρόβαλε ο ήλιος πάνω από τα σύννεφα, τα φώτισε για λίγο και μετά, το φως έφτασε μέχρι τα βράχια και τα δέντρα, ξύπνησε τα πουλιά του δάσους και μια καινούργια μέρα ξεκίνησε.


3 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Καλλίτσος - Σέριφος

Η πόρτα ήταν ανοιχτή και μπήκαμε κάτι να ρωτήσουμε. Έξω ο πρωινός ήλιος έπεφτε στα λευκά ντουβάρια και στη βεράντα με τα γεράνια. Στη φορτωμένη με καδράκια, μπιμπελό και κεντήματα κουζίνα – καθιστικό, ήταν η κυρά Ζαμπέτα, ο άντρας της Νίκος και ο ξάδελφος τους Θανάσης. Και οι τρεις τους μεγαλύτεροι από εβδομήντα, μιλούσαν γρήγορα συμπληρώνοντας ο ένας τον άλλο. Και στις δυο ώρες που καθίσαμε, μας αφηγήθηκαν την περίληψη της ζωής τους ή την περίληψη των αλλαγών που έγιναν στον τόπο τους από τον πόλεμο του ‘40 και μετά. Η γυναίκα αεικίνητη, μας κέρασε αρωματικό ροδίτη με ελιές, κάππαρη, μυζήθρα, τηγανητά ντοματάκια και μελιτζάνες γινωμένες με λίπασμα από τις κουτσουλιές των περιστεριών.
Η κουβέντα πήγε στα πανηγύρια του χωριού και στον παλιό σερφιώτη λαουτιέρη Αντώνη. Η Ζαμπέτα άστραψε από χαρά και πετάχτηκε σαν μικρό κορίτσι: «Τον έχω στο κινητό!» Φέρνει αμέσως το τηλέφωνο και με γρήγορες κινήσεις ‘’παίζει” το MP3 που της πέρασε το καλοκαίρι η εγγονή της. Σηκώνει και το Θανάση και αρχίζουν να χορεύουν συρτό γύρω από το τραπέζι! Η φωνή και το λαούτο έβγαιναν από τη μικρή συσκευή που ανεβοκατέβαινε στο αριστερό της χέρι, με το ρυθμό της μουσικής.
Φωτογράφησα το ζευγάρι στο ίδιο σημείο της βεράντας που τους είχε απαθανατίσει ο Τηνιακός φωτογράφος πριν 40 περίπου χρόνια με τα παιδιά τους και τους γονείς της Ζαμπέτας.

2 Νοε 2008

ΦΩΤΑ 11 Αμοργός

Αέρας και κρύο. Περπατούμε πλάι στις ψηλές ξερολιθιές που μοιράζουν το βουνό σε ιδιοκτησίες. Τριγύρω πρόβατα και κατσίκια, πέτρες και θάμνοι. Ανεβαίνουμε την πλαγιά και ισιώνουμε προς την κορφή λίγο πριν τους ανεμόμυλους. Ο βοριάς πέφτει πάνω μας με δύναμη. Συνεχίζουμε με δυσκολία προς τα ερείπια των μύλων. Τριγύρω, τα βουνά είναι κλεισμένα από γκρίζα σύννεφα που τρέχουν γρήγορα αλλάζοντας συνεχώς σχήματα και οι σκιές τους δημιουργούν μαύρες τρύπες στη θάλασσα. Μια απίστευτη και απέριττη χορογραφία τεράστιας κλίμακας φτιαγμένη από φως και αέρα. Πέρα από το νησί, πάνω από το Αιγαίο, ο ουρανός παραμένει ανέφελος. Κόντρα στο βοριά κοιτάζω τον κόλπο της Αιγιάλης. Στο βάθος το νησάκι Νικουριά μεταμορφώνεται συνεχώς από το φως που διαπερνά τα σύννεφα. Από κάτω, στο μικρό κάμπο, οι ντόπιοι μαζεύουν ελιές και πιο πάνω στο κοίλο που σχηματίζουν οι πλαγιές, ανάμεσα στα χωριά Λαγκάδα και Θολάρια, οι πεζούλες έρημες αφημένες από χρόνια στα κατσίκια. Γυρίζω το βλέμμα μου στους μύλους, νεκρά κελύφη, σωροί από πέτρες και σάπια ξύλα, παρατημένοι δεκαετίες στην εντροπία των ανέμων.
Καθόμαστε πίσω από ένα βράχο να φάμε. Ησυχία. Μόλις που προλαβαίνω να δω ένα κοπάδι πρόβατα που βουβά διασχίζει την κορυφογραμμή και κατηφορίζει νότια.


Αμοργός τέλος οκτώβρη

Αμοργός τέλος οκτώβρη









το καλοκαίρι


τέλειωσε προχθές το καλοκαίρι
οι ψυχές ανβοσβήνουν για να μην τρακάρουν πάνω τους τα πλοία
και εγώ βγάζω και τους τελευταίους κόκκους χρυσόσκονης που έχουν απομείνει στα μαλλιά μου