Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρές ιστορίες ΙΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρές ιστορίες ΙΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Ιουν 2014

καλό ταξίδι σίμο


Ο Σίμος μέχρι πριν λίγα χρόνια που μπορούσε να εργαστεί ήταν φαναρτζής, «ο Σίμος ο φαναράς» επιδιόρθωνε και κατασκεύαζε διάφορα αντικείμενα από λαμαρίνα, νέος γύριζε τα χωριά και μαστόρευε. Μαστόρευε και έπινε. Ο Σίμος ήταν φαναράς, κομουνιστής και ελεύθερος άνθρωπος. Ζούσε παρέα με ένα καναρίνι.
«Ανάψω τη σόμπα και α κάτσω μέχρι να πάει εννιά, στο καφενείο εν κάθομαι πολύ ώρα, με τρακόσα σαράντα ευρώ σύνταξη, τι να πλερώσω… Παρόλο που χτύπησα, μπορώ να δουλέψω αλλά δουλειά δεν υπάρχει. Η κασέτα παίζει καναρίνια να κελαϊδάνε μπας και μάθει το μικρό που έχω στο κλουβί.»
Αυτά το χειμώνα του 2009 στο σπίτι-εργαστήρι του. Τον τελευταίο χρόνο ήταν στο γηροκομείο, δύσκολο να τα καταφέρει μόνος του και οι γείτονες δεν μπορούσαν να αναλάβουν την ευθύνη. Τον επισκέφθηκα μερικές φορές.
η συνέχεια του κειμένου εδώ

24 Ιουν 2014

τ' αη γιάννη του κλήδονα…



ο χρόνος ήταν κυκλικός
δηλαδή δεν υπήρχε

συντονισμένες οι ζωές με το τύμπανο των έθιμων 
με τις θρησκευτικές-παγανιστικές γιορτές

ελάφρενε ο βίος
χορός στην τραγωδία του ενός
οι χωριανοί του

τώρα 
που παρόν δεν υπάρχει
μονάχα πέτρες, γάτες και φύλλα
σκεπασμένα από τον πέπλο της ησυχίας
οι εναπομείναντες
με τη φλόγα να λάμπει ακόμα
στα γερασμένα τους μάτια
 ξεκουβαριάζουν τη μνήμη τους

τη ρώτησα τη γινόταν στο χωριό
τ’ άι γιαννιού σαν σήμερα κι αύριο

- σήμερα ανάβανε φωτιές
  κι σαν αύριο, ανήμερα, είχανε τον κλύδωνα
  δηλαδή σ΄ένα σταμνί, σ' ένα μαστραπά, ρίχνανε οι κοπέλες 
  κάτι ασήμαντο, ας πούμε ένα κουμπί
  και κάποιος ταίριαζε στιχάκια
  μέχρι τελευταία ήταν ο χαράλαμπος
  ξέρανε ποιά είδηξεν τι
  κι άμαν ήβγενε το δικό της
  της λέανε στιχάκια για να την πειράξουνε

  ανοίξετε τον κλήδονα
  στα α γιαννού τη χάρη
  κι όποιαν η καλορίζικια
  να πάρει παληκάρι

  να, της μπέμπας 
  που περνιόντανε για πλούσια
  της είπανε

  μη μας περιφανέβγεσε
  πως έχεις δυο φουστάνια
  ο κύρης σου είναι καφετζής
  και πλύνεις τα φλιζάνια

  της αρετής που ήκαμνεν την όμορφη
  της κάτω πόρτας

  στην κάτω πόρτα
  μαρή στραβοπινακοτή
  στραβά είν και τα κανιά σου
  κι ανάσκελα που κείθεσε
  ποιός έρκεται κοντά σου;

και της αγγερούς του ψύλλου

αντίκρυ μου πήες κι ήκατσες
απάνω σε ένα στύλο
από τα μάθκια φαίνεσαι 
πως αγαπάς το ψύλλο


μετά έλεγε για τις καντάδες
για τους ματαιωμένους έρωτες...
κάποιες από τις ιστορίες τις είχα ξανακούσει

συμπέρασμα;
όλοι σχεδόν παντρεύτηκαν λάθος άνθρωπο
κάποιοι έφυγαν μετανάστες
για αυτό το λόγο
και δεν γυρίσανε ποτέ πίσω


ανταπόκριση από το χωριό
παραμονή του άη γιάννη
δώδεκα τη νύχτα 

το γατάκι του μιχάλη
κυνηγά, μάλλον απορημένο
μια κατσαρίδα

τριγύρω
αρμολογημένες πέτρες
και γουάι-φάι

η τελευταία γουλιά μπύρας
εις υγείαν

12 Μαΐ 2014

20140510 γήπεδο βροντάδου λαίλαπας-καρσίγιακα





Πολύς κόσμος μέσα και έξω από το γήπεδο, μικρές και μεγάλες σημαίες σαν σύμβολα φιλίας, μπαλόνια, μετάλλια και διάχυτη αίσθηση γιορτής. Πολλοί περισσότεροι οι φίλοι της Καρσίγιακα και σε αριθμό και σε ενθουσιασμό, δεκάδες κάμερες και τηλέφωνα απαθανάτιζαν το γεγονός. Το παιχνίδι πολύ χαλαρό, σχεδόν κάθε φάση ολοκληρωνόταν με γκολ, 5-5 το αποτέλεσμα και το σκορ θα ήταν ευρύτερο αν δεκάδες ενθουσιασμένοι φίλαθλοι της Καρσίγιακα δεν έμπαιναν στο γήπεδο πριν από τη λήξη.
Κανονικά ένας ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ τοπικών όμαδων δεν είναι κάποιο ξεχωριστό γεγονός, συνήθως αφορά τους φιλάθλους των συλλόγων· σαν να παίζουν στην Αίγινα η τοπική ομάδα με έναν σύλλογο από τον Πειραιά.
Ο συγκεκριμένος αγώνας όμως δεν ήταν συνηθισμένος.
η συνέχεια του κειμένου και περισσότερες φωτογραφίες εδώ

9 Μαΐ 2014

20140505 χθες ο μανώλης έπαιζε μπρεχτ





ο μανώλης μπαινοβγαίνει για να βάλει βενζίνη σε μηχανάκια και αυτοκίνητα. «τούτος έβαλε τρία ευρώ, ο προηγούμενος πέντε, ο άλλος έξι. τι να βγάλεις με πέντε τοις εκατό κέρδος».
πάνω στο γραφείο ανάμεσα σε φακέλους και τιμολόγια, ξεχωρίζει μια αστυνομική ταυτότητα. «δεν είχε να πληρώσει, τι να’κανα μου χρωστάνε διάφοροι, τρία, πέντε, επτά ευρώ και δεν ξαναπερνάνε. το βενζινάδικο το άνοιξε ο πατέρας μου το εξήντα οκτώ. εγώ το δουλεύω τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. ήμουν φοιτητής στο πολυτεχνείο της πάτρας πολλά χρόνια, δέκα-δώδεκα. έπαιζα και σε θεατρικές ομάδες. μετά γύρισα εδώ, κράτησα το μαγαζί. ανοίγω γύρω στις επτά, φεύγω λίγες ώρες για εξωτερικές δουλειές, επιστρέφω το μεσημέρι και κάθομαι ως το βράδυ.οι καλοί πελάτες είναι αυτοί που κλείνουν τα μαγαζιά, γιατί οι υπερβολικές απαιτήσεις τους σε εμποδίζουν να ασχοληθείς με τον περιστασιακό πελάτη και να αποκτήσεις και με αυτόν μια πιο μόνιμη σχέση, βέβαια όλα αυτά με την κατάσταση που επικρατεί είναι θεωρίες…η κατάσταση σήμερα θυμίζει το έργο ‘’περιμένοντας τον γκοντό’’ του μπέκετ, η καλύτερη παράσταση που έχω παίξει, οι δυο πρωταγωνιστές περιμένουν κάποιον κύριο γκοντό να τους σώσει αλλά αυτός δεν εμφανίζεται ποτέ. και εμείς κάποιον γκοντό περιμένουμε να δώσει λύση και μάλλον δεν μας περνάει από το μυαλό να γίνομε γκοντό του εαυτού μας».

η συνέχεια του κειμένου και περισσότερες φωτογραφίες εδώ

4 Μαΐ 2014

01/01/1959 λεπροκομείο χίου






Την σελίδα την κουνούσε απαλά ο άνεμος, στο ζεστό μεσημέρι, κάτω από τα πεύκα και τα ερείπια, στο εγκαταλειμμένο λεπροκομείο της Χίου.
«Υπό διωγμόν η αρχαιολογία εις την ερυθρά Κίνα του Μάο», «Τα Ελληνικά γεγονότα του 1958», προκήρυξη της ΔΕΗ για πολιτικούς μηχανικούς και αρκετές διαφημίσεις: το περιοδικό «Εικόνες» κυκλοφορεί με 68 μεγάλες σελίδες, ευτυχισμένο το 1959 με ένα ψυγείο πάγου  «Ρεκόρ», ταμιευτήριο μετά ασφαλείας ζωής της Εθνικής τράπεζας, χαμογελάστε με οδοντόκρεμα Γερμανίας Blendax· όλα τα παραπάνω ήταν τα βασικά θέματα της σελίδας 6 της εφημερίδας «Καθημερινή» την Πέμπτη 1/1/1959.
Το ’59 ήταν η χρονιά που έκλεισε το λεπροκομείο. Εκείνη η πρωτοχρονιά ήταν η τελευταία που πέρασαν οι ασθενείς σε αυτή την όμορφη κοιλάδα.
περισσότερες φωτογραφία και ολόκληρο το κείμενο εδώ



χωρίς τίτλο


καταπιεσμένοι έρωτες, πάθη, απιστίες, "νόθα" παιδιά, "νόθες'' ζωές, γάμοι χωρίς αγάπη, συμβιβασμοί, πόνος. κάθε άνθρωπος και μια ανομολόγιτη ιστορία πάθους που θα την πάρει μαζί του.

όσο αυστηρά και να ήταν τα ήθη και κλειστές οι κοινωνίες, οι άνθρωποι ερωτεύονταν, παρέβαιναν τους κανόνες, έκαναν του κεφαλιού τους φτιάχνοντας μια κρυφή βιογραφία.

όλοι τα μάθαιναν όλα αλλά η ισορροπία δεν διαταρασσόταν, στον αφρό της μέρας δεν έβγαινε τίποτα, κρυφά και ψιθυριστά άντρες και γυναίκες φιλούσαν τα δικά τους εικονίσματα.

αυτά πριν από δεκαετίες, την εποχή που το χωριό ήταν χωριό και όχι αρμολογημένες πέτρες.

8 Απρ 2014

η φωτογραφική μηχανή, η απώλεια της και το χωριό





Οι φωτογραφίες μας, αποκαλύπτουν τον τρόπο που βλέπουμε αλλά και τον τρόπο που αναζητούμε νόημα καθώς και τη θέση μας στον κόσμο.
Η διαδικασία της φωτογράφισης μπορεί να βοηθήσει στην αναζήτηση καθαρού βλέμματος, στην υπέρβαση του γνωστού, στο συντονισμό με το χώρο και το χρόνο. Μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τον κάθε περίπατο -και μέσα σε ένα δωμάτιο γίνεται- σαν ταξίδι, δηλαδή να ορίζουμε τη θέση μας απέναντι σ’ αυτό που κάθε φορά συμβαίνει… Πρώτα απ’ όλα ξανοιγόμαστε στην όραση, βλέπουμε περισσότερο, κινούμαστε περισσότερο, μένουμε ακίνητοι περισσότερο, με βάση το φως ανασυντάσουμε το χώρο, αναζητούμε την κεντρική ιδέα, ανακαλύπτουμε σχέσεις, ξαναδημιουργούμε αυτό που υπάρχει μπροστά μας και παίρνουμε θέση μέσα σε αυτό. Φυσικά όλα αυτά μπορούμε να τα καταφέρουμε και χωρίς φωτογραφική μηχανή· μόνο που είναι πιο δύσκολο. Προφανώς οι φωτογραφίες δεν έχει σημασία αν είναι “καλές”, “κακές”, ή “ωραίες”.
η συνέχεια στο aplotaria.gr

27 Μαρ 2014

παλιές ιστορίες




κάθε βράδυ κάθονται στο μαγαζί η ιστορία (όνομα είναι) και ο μιχάλης, παρέα με τους γονείς μου.
του μιχάλη του αρέσει να διηγείται ιστορίες από παλιά, ακόμα και πράγματα που δεν τα έχει ζήσει ο ίδιος αλλά τα θυμάται από τις διηγήσεις του πατέρα του.

κάθε οικογένεια είχε τη γελάδαν της, την κατσίκα της και δυο γαδάρους, η γελάδα ήταν απαραίτητη για το ζευγάρισμα, στο όργωμα και στο αλώνι.
στα κατώγια βάλανε τα ζα.
μικροί παέναμε με τους ντενεκέες να μαζέψομε την καβαλίνα αφτούς δρόμους. ήταν κοπριά, εν υπήρχαν τότε λιπάσματα.
πέντε αγροφύλακες είχεν το χωριό, άμαν κανείς ήκλεβγεν τον ενηβάζανε σε ένα γάδαρο και το γυρίζαν στην πλατεία. στη πείνα γυρίζαν το ρούκουνα και του λένε "βρε πάλι ήκλεβγες και σε γυρίζουν;" "ποιόν καλά να με γυρίζου ζωντανό παρά αποθαμένο". γιατί τότε γυρίζαν τους πεθαμένους από το σπίτι ντους στα μαγαζιά, την πλάτσα, να φτάσουν στην εκκλησιά.
με τη φασκομηγιά καθαρίζανε τα πιάτα, ήντα καθαρίζαν δηλαδή αφού τα γλύφαμε τα πιάτα. δείχτανε λιάκι νερό το περνούσανε μια με τη φασκομηγιά και καθάρισεν. και με την αχιγιά καθαρίζανε τα ρούχα.

ζωή σκληρή και δύσκολη που στηριζόταν στον κυκλικό χρόνο, στα έθιμα και τις συνήθειες, που έκαναν την ανάγκη αυτάρκεια και γνώση.
τώρα όλα αυτά μοιάζουν μακρινά και γραφικά. όμως από το τότε στο σήμερα είμαστε δυο ανάσες δρόμο. ζούμε στον ίδιο χώρο, δίπλα στις ίδιες βαριές πέτρες αλλά τις τελευταίες
δεκαετίες οι ευκολίες της τεχνολογίας και της κατανάλωσης, προφανώς έχουν βελτιώσει τις συνθήκες ζωής αλλά έχουν καταστρέψει την ενότητα αυτού του κόσμου. τον έχουν βγάλει από τη σειρά του, γνώσεις αιώνων δουλεμένες και χωνεμένες από τη μια γενιά στην άλλη χάθηκαν για πάντα. σαν ηχό μονάχα έρχονται καθισμένες πάνω στις αναμνήσεις.

η ζωή προχωρά ερήμην μας κι αλλάζει για να μένει ζωντανή. πολλές φορές γίνεται σουρεαλιστική. οι "αυλές" των ζώων του σαράντα και του πενήντα, αναπαλαιώνονται από αλβανούς μετανάστες με τον έλεγχο της αρχαιολογικής υπηρεσίας και μετατρέπονται σε θερινές κατοικίες για ανθρώπους που μεγάλωσαν στην αθήνα και τις ευρωπαϊκές μητροπόλης, το άλως της ιστορίας, απαλλαγμένο από το άχθος, είναι ελκυστικό.


θα επανέλθω



14 Μαρ 2014

20140314 5 φωτογραφίες από τον καθαρισμό μαστίχας στον συνεταιρισμό καλαμωτής








- έχει αυξηθεί πολύ η παραγωγή, έχει φτάσει τους 150 τόνους. εγώ εργάζομαι 25 χρόνια στην ένωση, οι αποθήκες είναι γεμάτες με απούλητο μαστίχη. παλιά υπήρχαν πολλά κέντρα καθαρισμού στα χωριά. τώρα μόνο εδώ και στην καρδαμάδα.
κανονικά δουλεύουν 19 γυναίκες αλλά τώρα έρχονται λιγότερες. μέχρι πέρσι οι γυναίκες έβγαζαν καλό μεροκάματο μέχρι και σαράντα ευρώ τη μέρα. φέτος έγινε πολύ αυστηρός ο έλεγχος, καθαρίζουν λιγότερο, μπορούν να δουλεύουν για 10 ευρώ; κάποιες έρχονται από άλλα χωριά, πληρώνουν μεταφορικά, τι θα βγάλουν;
στα καρτελάκια σημειώνω πόσο καθάρισε καθεμιά, τα περνάω στο βιβλίο, πληρώνοντε κάθε δεκαπέντε. 

- α καλέ, άσπρος έγίνηκες. όλα είναι άσπρα από τη σκόνη. 
- βγάλεμε μια φωτογραφία να τη στείλω στη συμπεθέρα μου στη νάξο
- ούτε 10 ευρώ τη μέρα ε βγάλομε.


η τιμή της μαστίχας είναι 80 ευρώ το κιλό για την Α ποιότητα, που είναι πολύ δύσκολο να την πιάσει ο παραγωγός, συνήθως πέρνει 70-74 ευρώ. ένα μέρος το παίρνει μετρητοίς, ένα άλλο σε μερικούς μήνες και η εξώφληση γίνεται μετά από δεκαοκτώ μήνες.
οι γυναίκες εργάζονται τις πρωινές ώρες καθαρίζοντας το μαστίχη Β ποιότητας για να γίνει Α έτσι ώστε να μπορεί να πουληθεί, πληρώνονται με 4 ευρώ το κιλό.
50 τόνους από την παραγωγή αγοράζεται από άραβα χοντρέμπορο που το πουλά στις αραβικές χώρες.




18 Αυγ 2013

ταχινόν



ο άγγελος κ. έρχεται στο χωριό τακτικά· καλοκαίρι, πάσχα, εκλογές
τις περισσότερες ώρες τις περνά στο καφενείο, πιο πάνω από το μαγαζί
όποτε με βλέπει, χρόνια τώρα, από τότε που θυμάμαι
μου λέει κάτι που ακούγεται σαν: ιωάννης ων φιλείς / πόσο μάλλον ταχινόν*
πάντα μου έμοιαζε με κάτι σαν παροιμία στην καθαρεύουσα
χθες, αργά το βράδυ που επέστρεφε σπίτι του από το καφενείο
μου είπε και την ιστορία της φράσης
πριν από πολλά πολλά χρόνια ο δάσκαλος του χωριού
είπε σε κάποιο γιάννη -μετέπειτα γνωστή φυσιογνωμία του χωριού-
που αργούσε να πάει στο σχολειό:
ή ωά νυσσών φιλείς, πόσον μάλλον τα χηνών
ταχινό στην ντοπιολαλιά πάει να πει, το πρωί
οπότε ο τότε μαθητής ήταν εύκολο να μπερδευτεί με τη φράση
όπως και γω τόσα χρόνια που την ακούω
η ερμηνεία της φράσης απλοποιημένη:
αν σου αρέσουν τα αυγά της πάπιας, πόσο μάλλον θα σου αρέσουν τα αυγά της χήνας


* η ορθογραφία δεν είναι απαραίτητα σωστή

29 Ιουν 2013

20130623 3+1 φωτογραφίες από την καστανία







ένας ενιαίος άδειος χώρος, παλιοί σοβάδες με ρωγμές, 
δίπλα ένας φροντισμένος κήπος με ζαρζαβατικά
σταθήκαμε, δυο ηλικιωμένες, πολύ αδύνατες κυρίες -ενενήντα και εβδομήντα χρονών;- έμοιαζαν μάνα και κόρη, κάθονταν δίπλα στην πόρτα
ευγενείς, μας ρώτησαν πως και ήρθαμε στο χωριό τους και μας πως αύριο έχουν πανηγύρι στο χωριό
χαιρετίσαμε και συνεχίσαμε τη βόλτα

επιστρέφοντας σταθήκαμε πάλι
μπήκαμε μέσα στο μαγαζί, ρώτησα τι ήταν παλιά
- ραφείο ήταν το είχε ο μπαμπάς μου όσο ζούσε, ε τώρα καθόμαστε εμείς..
- τα ονόματα σας;
- λίτσα και κούλα, ανιψιά και θεία ήμαστε
- κι ο στρατιώτης στο κάδρο;
- ο πατέρας μου, κι αυτός ράφτης ήτανε, εκεί είναι στον πόλεμο (1912)
- στον εμφύλιο, φύγατε;
- πιο νωρίς, με τους γερμανούς φύγαμε, σκοτώσανε πολλούς και τη μανούλα μου,
να δω πιο πέρα είναι το μνημείο
- κι ο κήπος δίπλα;
- δικός μας

28 Μαρ 2013

20130326 4 φωτογραφίες στο φούρνο δαμαλά






Όπως τον βλέπεις, έτσι είναι ο φούρνος 130 χρόνια τώρα. Εγώ τον πήρα από τον πατέρα μου, αυτός από τον παππού μου και αυτός από τον πατέρα του. Βυζαντινός ο θόλος μέσα, βλέπεις; Να τούτα τα φορμάκια βγάλε, είναι τα πιο παλιά που έχω.
Τον θερμαίνουμε με καυστήρα γύρω γύρω και μετά κρατάω τη θερμοκρασία με ξύλα στις άκρες δεξιά αριστερά. Βλέπεις τον δείκτη; τώρα η θερμοκρασία είναι 170, ψήνουμε στους 200. Δεν υπάρχει πιο παλιός στη Χίο, μόνο ένας στη Βολισσό είναι σαν ετούτον, αλλά όχι τόσο παλιός. Τώρα βγάζουμε 2-3 φουρνιές τη μέρα, το καλοκαίρι και 4. Τον δουλεύουμε έγω με την γυναίκα μου και ο αδελφός μου με τη δική του. Μόνο χωριάτικο βγάζουμε, άλευρα από σκληρά σιτάρια τα πέρνουμε από τα Τρίκαλα και από δω από το μύλο στην Κοινή. Να έλα δω να δεις το προζύμι, θέλει ακόμη 2-3 ώρες, το απόγευμα θα φουρνίσω παξιμάδια καλαμποκιού.
Έχουμε και τούτον τον μικρό Γερμανικό φούρνο, σαν αυτό που έχουν όλοι, αυτός είναι εύκολος, μόνο την πόρτα ανοίγεις και γυρίζεις το διακόπτη. Να τούτα τα κουλουράκια βάζω σ' αυτόν.
Μπήκα την ώρα που έβγαζε την τελευταία φουρνιά της μέρας. Μιλούσε γρήγορα δεν προλάβαινα την σκέψη του.

19 Μαρ 2013

20130316 έλληνες και τούρκοι με ψιλόβροχο στα μεστά



Σάββατο μεσημέρι, 16 Μαρτίου στην πλατεία των Μεστών. Στα στρωμένα για πανηγύρι τραπέζια κάθονται λίγοι ντόπιοι, οι μουσικοί κουρδίζουν τα όργανα κάτω από τις τέντες και αρκετοί Τούρκοι τουρίστες που περιφέρονται στα στενά και την πλατεία φωτογραφίζοντας και βιντεοσκοπώντας.

27 Ιαν 2013

20130118 ημερολόγιο καταστήματος


Μέσα γενάρη στο μπακάλικο των γονιών μου στην Καλαμωτή.
Τρεις μέρες τώρα ο ίδιος καιρός, νοτιάς, δυνατός αέρας, ξαφνικές μπόρες, ξαφνικός ήλιος και πάλι βροχή. Κοιτάζω έξω, ησυχία, δεν περνάει κανείς, δυο γάτες τριγυρίζουν ψάχνοντας τροφή.